Ιερός Ναός Αγίων Πάντων Μακεδονίτισσας

Ιερός Ναός Αγίων Πάντων Μακεδονίτισσας
Άγιοι του Θεού πρεσβεύετε υπέρ ημών !

Πέμπτη, 27 Ιουλίου 2017

Τραγούδι του Αγίου Παντελεήμονα



Του τρίτου και του τέταρτου αιώνα η ιστορία
για τον Παντελεήμονα που στη Μικρά Ασία 
γεννήθηκε ως Παντολέων, κι αγίασε, μιλάει.
Χρόνος στη Νικομήδεια αρχίζει να κυλάει...
Η μάνα του σαν χριστιανή πάντα σταυρό φιλούσε
με ειδωλολάτρη σύζυγο. Ο γιος ακολουθούσε
στα πρώτα του τα βήματα την πίστη του πατέρα
Η μάνα δεν τον πίεζε, του άφηνε αέρα
κι ελευθερία περισσή. Έτσι σαν μεγαλώνει
και γίνεται τρανός γιατρός, κάποτε ανταμώνει
τον άγιο Ερμόλαο που 'ταν παπάς, και φέρνει
κοντά στη Χάρη του Χριστού τον νέο. Καταφέρνει
να νιώσει ο νέος κάτι τις, κι ας έχει δυσκολίες
Μια μέρα κει που περπατά όλος αμφιβολίες,
βρίσκει στο δρόμο του νεκρό που 'ταν φαρμακωμένος
από 'να δάγκωμα οχιάς. "Θεέ, ο πεθαμένος"
αν  είσαι ο αληθινός Θεός, στο όνομά Σου,
κάνε αυτός να σηκωθεί κι αν είναι θέλημά Σου,
Κύριε Ιησού Χριστέ, να ζήσει σαν και πρώτα"
Εκείνος ανασταίνεται κι ο νιος αλλάζει ρότα
Βαφτίζεται, και σαν γιατρός ανάργυρα γιατρεύει.
Με πίστη και ιατρική όλους τους θεραπεύει
Όταν θεράπευσε τυφλό και του 'δώσε το φως του
μετά από προσευχή θερμή, τότε και ο δικός του
πατέρας, πίστεψε μεμιάς, τα είδωλα αλλάζει 
Ο βασιλέας το έμάθε το θαύμα και φωνάζει
να έρθει πρώτα ο τυφλός να πει την πάσα αλήθεια
"Ποιος σου 'δώσε πίσω το φως; Δε θέλω παραμύθια",
φωνάζει ο Γαλέριος και μόλις συλλαβίσει 
"Παντελεήμων" ο τυφλός, θα τον απαγχονίσει
Τότε ο Μαξιμιανός φωνάζει να του φέρουν
αμέσως τον υπαίτιο, ώστε να καταφέρουν
ν' αλλάξουνε την πίστη του με υποσχέσεις σμήνος
Με παρρησία άφταστη ομολογεί εκείνος
πως αγαπάει τον Χριστό και πως δεν τον αλλάζει
ό,τι κι αν του χαρίσουνε. Ο βασιλιάς προστάζει
τον άγιο τότε σε τροχούς να δέσουν για να βλάψουν
το όμορφο το σώμα του, λαμπάδες να ανάψουν
και να το καιν. Στη  φυλακή ύστερα να το ρίξουν 
και τέλος  μες στη θάλασσα να πάνε να τον πνίξουν
Μα όλα τα υπέμεινε ο άγιος τα πάθη
Οργίστηκε ο βασιλιάς και ρώτησε να μάθει 
ποιος χριστιανό το έκανε τούτο το παλικάρι
Του φέρνουν τον Ερμόλαο, και τότε απ' το θηκάρι
του δήμιου βγαίνει σπαθί, του παίρνει το κεφάλι
Αμέτρητοι που βλέπουνε πιστεύουνε και άλλοι
που ακούνε και μαθαίνουνε, πιστεύουνε κι εκείνοι
Φοβούμενος ο βασιλιάς μήπως δεν απομείνει 
ειδωλάτρης γύρω του, πράγμα που τον αγχώνει,
διατάζει αποκεφαλισμό του Αγίου να τελειώνει
Ο άγιος πηγαίνοντας στο δρόμο προσευχόταν
Να σπλαχνιστεί ο Κύριος τους δήμιους ευχόταν
Στου μαρτυρίου φτάνοντας τον τόπο ευτυχούσε
που σύντομα τον Κύριο πλέον θα συναντούσε
Την κεφαλή του έκλινε. Το ξίφος ακονίζει
και τον χτυπά ο δήμιος, μα κείνο πώς λυγίζει
ωσάν κερί που έλιωσε απ' την πολλή τη ζέστη
Πέφτουν όλοι στα πόδια του. "Το σώμα σου υπέστη
τόσα βασανιστήρια. Πώς θα μας συγχωρήσεις;"
ρωτούν και κλαίνε γοερά "τώρα μη μας αφήσεις"
"Μη μου στερείτε τη χαρά, Θεό να απαντήσω"
τους λέει ο άγιος τρυφερά "κι ένα θα σας ζητήσω:
Το κεφαλάκι πάρτε μου και δε θα σας ξεχάσω.
Πάντοτε θα προσεύχομαι για σας, δε θα σας χάσω"
Του απέκοψαν την κεφαλή κι είδαν γάλα να ρέει
Ανοίγουνε οι ουρανοί και μια φωνή απορρέει
απ' τα γαλάζια νέφη τους: "Τώρα από Παντολέων
Παντελεήμων έγινες" κι αμνός αντί για λέων
αφήνει την ψυχούλα του, ο άγιος, στο χέρι
Αυτού που τόσο πόθησε, σαν λαμπερό αστέρι
Μα δεν μας ξέχασε ποτέ κι είναι πάντα κοντά μας
Προστρέχει στις αρρώστιες μας μα και στα βάσανά μας
Παρών και στο Βυζάντιο και στην Τουρκοκρατία
Μα και στις μέρες μας παρών. Ιδού μια ιστορία:
Ο άγιος Νικόλαος Πλανάς τον αγαπούσε
και στον ναό του, έναν καιρό, τ'  Αγίου λειτουργούσε
Μα κάποτε τον διώξανε κι ήτανε λυπημένος
Πεπράταγε και έκλαιγε πολύ βαλαντωμένος
Βλέπει έναν νεό όμορφο που τον ρωτά τι κλαίει
"Με διώξανε από το ναό", εκείνος τότε λέει
"Εγώ μαζί σου βρίσκομαι και δε θα σε αφήσω",
του απαντά ο νεαρός, "ό,τι 'ναι άστο πίσω"
"Και ποιος είσαι του λόγου σου, παιδί μου", τον ρωτάει,
παπα Νικόλας ο Πλανάς, κι ο άγιος απαντάει
"Ο άγιος είμαι π' αγαπάς εγώ, Παντελεήμων"
Έκτοτε πήγαινε ο παπάς που 'τανε ελεήμων
στο Νέο Κόσμο κι έκανε μία φορά το χρόνο
εκεί που τον εδιώξανε, μια αγρυπνία μόνο
Μα μια φορά αρρώστησε, με κόπο λειτουργούσε
ώσπου πια δεν κρατήθηκε, στην Τράπεζα ακουμπούσε
για να μην πέσει καταγής. Τότε ήρθε ο άγιος
ξανά, για δεύτερη φορά, και του 'δώσε στο άλγος
να πιει δικό του φάρμακο που αμέσως μόλις ήπιε
η αρρώστια του γιατρεύτηκε. "Ποιος είσαι;" πάλι είπε
"Είμαι αυτός που γιατρικό δίνει στας νόσους όλας,
Πανελεήμων ο γιατρός". Και ο παπα Νικόλας
στην Πύλη βγαίνει ένδακρυς, λέει στο πλήρωμά του
πως του 'δώσε ο άγιος ένα απ' τα γιατρικά του
και πως τον έκανε καλά. Όλοι συγκινημένοι
έκλαψαν και ευχήθηκαν σ' αυτούς κοντά να μένει.



Βασισμένο στο συναξάρι του Αγίου από το βιβλίο "Φθινοπωρινό συναξάρι" τόμος Β΄ του αρχιμανδρίτη Ανανία Κουστένη
Εκδ. Ακτή, Λευκωσία, 2009 






Κυριακή, 16 Ιουλίου 2017

Η Αγία Μαρίνα η Μεγαλομάρτυς




Η Αγία Μαρίνα η Μεγαλομάρτυς ,μια 15χρονη κοπέλα που νίκησε το διάβολο !

Ο βίος της

Η καλλιπάρθενος αγία Μαρίνα θεωρείται προστάτης των παιδιών και μάλιστα ειδική για τη θεραπεία όσων απ’ αυτά είναι άρρωστα και καχεκτικά ή έχουν ειδικές ανάγκες.
Γέννηση και ανατροφή
Η παρθενομάρτυς Μαρίνα γεννήθηκε στη πόλη Αντιόχεια της Πισιδίας, γύρω στο έτος 270, όταν αυτοκράτορας ήταν ο Διοκλητιανός ή ο Κλαύδιος Καίσαρας. Οι γονείς της άνηκαν στην ανώτερη τάξη της περιοχής της Πισιδίας, ο πατέρας ήταν διακεκριμένος και σεβαστός από τους εθνικούς ιερέας των ειδώλων, λεγόταν δε Αιδέσιος.
Αμέσως μετά τη γέννηση της Μαρίνας, έφυγε από την παρούσα ζωή η μητέρα της. Έτσι ο πατέρας αναγκάστηκε να αναθέσει την ανατροφή της θυγατέρας του σε μία άλλη γυναίκα, η οποία την ανέλαβε για να την θηλάσει (ας μην ξεχνάμε ότι τότε δεν υπήρχαν βρεφικά γάλατα και εάν μια νέα μητέρα έφευγε από τη ζωή, το θηλασμό του βρέφους αναλάμβανε μια άλλη μητέρα).
Ασπάζεται την χριστιανική πίστη
Η γυναίκα στην οποία ο Αιδέσιος είχε εμπιστευτεί την ανατροφή της κόρης του ήταν χριστιανή. Έτσι και η μικρή Μαρίνα γαλουχήθηκε νωρίς στη νέα πίστη του Χριστού. Και σε ηλικία 12 ετών έλαβε το Βάπτισμα. Με αμείωτο ενδιαφέρον ποθούσε να μάθει καθετί πού είχε σχέση με τον Ιησού Χριστό.
O πατέρας της Αιδέσιος όταν πληροφορήθηκε ότι ήταν χριστιανή, τυφλωμένος από το φανατισμό της ειδωλολατρικής θρησκείας του, μίσησε το ίδιο το σπλάχνο του και αποκλήρωσε τη μοναχοκόρη του.
Το άνομο σχέδιο του επάρχου
Η Μαρίνα είχε γίνει πλέον 15 ετών. Ο Θεός δεν την είχε προικίσει μόνο με πλούσια ψυχικά χαρίσματα, αλλά και με σωματικό κάλλος εντυπωσιακό. Ο έπαρχος όμως Ολύβριος θέλησε και προσπάθησε να την πάρει για γυναίκα του επειδή ένιωσε μέσα του έρωτα γι’ αυτήν. Χωρίς καθυστέρηση λοιπόν της ανακοίνωσε ότι αποφάσισε να αναλάβει την προστασία της και σύντομα να την κάνει γυναίκα του.
Η νεαρή χριστιανή παρέμεινε σιωπηλή, ενώ μέσα της προσευχόταν θερμά, ζητώντας από τον Θεό να τη στηρίξει και να τη φωτίσει ώστε να φερθεί καθώς αρμόζει στις αφιερωμένες σ’ Εκείνον ψυχές.
την επιμονή του Ολυβρίου να λάβει απάντηση στην πρότασή του, εκείνη απάντησε πώς είναι αδύνατο να την αποδεχτεί. Η έκπληξη του επάρχου ήταν μεγάλη. Στην ερώτησή του γιατί ήταν αδύνατο, έλαβε τη σεμνή αλλά γεμάτη αποφασιστικότητα και παρρησία απάντηση: Διότι είμαι χριστιανή! Και μόνο το άκουσμα της λέξης «χριστιανή» ήταν αρκετό να κάνει τον έπαρχο εκτός εαυτού.
Αρχίζουν τα μαρτύρια της Αγίας
Για ένα μικρό διάστημα ο έπαρχος προσπάθησε, να πείσει τη νέα τούτη χριστιανή να αλλάξει γνώμη και να δεχθεί τον γάμο, τάζοντάς της τιμές, καλοπέραση και δόξα πλάι του. Εκείνη όμως, ενισχυόμενη από τον Κύριο, στον όποιο δεν έπαυσε να προσεύχεται μυστικά, επέμενε στην ομολογία της πίστεως στον Ιησού Χριστό.
Τότε την έστησε μπροστά σε δικαστήριο, το οποίο ζήτησε επίσημα κατά το ρωμαϊκό δίκαιο να μάθει αν όντως ήταν χριστιανή. Η Μαρίνα ομολόγησε και εδώ με γενναιότητα και παρρησία τη χριστιανική της ιδιότητα, γεγονός πού κατέπληξε τους παρισταμένους, οι οποίοι έβλεπαν τόσο ηρωισμό και θάρρος σε μια νεαρή γυναίκα!
Εξαιτίας της ομολογίας της καταδικάστηκε στην ποινή της μαστίγωσης. Η καρτερικότητά της όμως και η αντοχή ήταν τέτοιες πού άφησε κατάπληκτους έπαρχο, αξιωματούχους και λαό. Έχοντας υψωμένο το βλέμμα της στον ουρανό, δεν έπαυσε να προσεύχεται, να επικαλείται τη βοήθεια του Κυρίου και τη στήριξή του για να υπομείνει με ανδρεία τις μαστιγώσεις.
Ο έπαρχος έδωσε εντολή να σταματήσουν οι στρατιώτες τη μαστίγωση και να την οδηγήσουν στη φυλακή, ελπίζοντας ενδόμυχα ότι ίσως μετά απ’ αυτό να συνετισθεί η Μαρίνα και ν’ αλλάξει στάση.
Ύστερα από λίγες ημέρες με εντολή του επάρχου οδηγήθηκε εκ νέου στο δικαστήριο, όπου και πάλι ομολόγησε πίστη στο Χριστό και αρνήθηκε να θυσιάσει στα είδωλα. Αφού την κρέμασαν, καταξέσχισαν α πλευρά της με σιδερένια νύχια. Τα βασανιστήρια ήταν τόσο σκληρά, πού όλο το κάλλος του νεανικού της σώματος εξαφανίστηκε. Στη συνέχεια ρίχνεται και πάλι στη φυλακή και αφήνεται χωρίς τροφή και φροντίδα.
Πειράζεται από το μισόκαλο διάβολο
Ο φθονερός διάβολος θέλησε να δοκιμάσει να κάμψει ο ίδιος την Αγία. Έτσι λοιπόν πήρε ο ίδιος τη μορφή μεγάλου και φοβερού δράκοντος (φιδιού) και πρόβαλε ξαφνικά μπροστά στη Μαρίνα.
Από το στόμα του πετούσε φλόγες, ενώ τα αγριωπά μάτια του λαμπύριζαν απειλητικά και η γλώσσα του ήταν κατακόκκινη. Καθώς σερνόταν, σύρριξε εκνευριστικά και προκαλούσε τρόμο και σύγχυση, επιδιώκοντας να φοβίσει τη μάρτυρα και να την αποσπάσει από την προσευχή της.
Διαπιστώνοντας όμως ότι εκείνη η μακάρια καλλιπάρθενος δεν διέκοπτε την προσευχή της, κατευθύνθηκε εναντίον της και άνοιξε το στόμα του απειλητικά, δείχνοντας ότι θέλει να την καταπιεί. Και ναι μεν η μεγαλομάρτυς αρχικά έγινε έντρομη από το φόβο της, χωρίς καθυστέρηση όμως επικαλέστηκε το σωτήριο όνομα του Σωτήρος Χριστού. Και, ώ του θαύματος, ο δράκοντας διερράγη και έγινε άφαντος, η δε Μαρίνα χαίροντας έψαλε ύμνους και νικητήρια στον Θεό.
Ο διάβολος μετασχηματίσθηκε σε άνθρωπο κατάμαυρο, με τρομερή και κακάσχημη εμφάνιση, σαν μαύρου σκυλιού. Η Μαρίνα όμως, στερεωμένη όσο ποτέ στην πίστη, τον άρπαξε από τα μαλλιά και μ’ ένα σφυρί πού ήταν κάπου εκεί ξεχασμένο, τον χτύπησε δυνατά στο κεφάλι και στη ράχη και τον ταπείνωσε εντελώς. Και ενώ η μεγαλομάρτυς άρχισε και πάλι να προσεύχεται και να υμνεί τον Κύριο, ο διάβολος, σκοτεινός και άσχημος όρμησε εναντίον της και κραυγάζοντας την απειλούσε ότι θα τη σκοτώσει αν δεν σταματούσε να προσεύχεται.
Και η αγία Μαρίνα, παίρνοντας από την προσευχή της νέο θάρρος κατά του μετασχηματισμένου σε άνθρωπο διαβόλου, τον άρπαξε από τα μαλλιά της κεφαλής του και τον μαστίγωσε.
Βλέπει ουράνιες οπτασίες
Μετά από αυτό δυνατό φως καταύγασε το σκοτεινό χώρο της φυλακής της, πού έβγαινε από ένα Σταυρό, του οποίου η κορυφή υψωνόταν στον ουρανό. Πάνω από το Σταυρό πετούσε κυκλικά ένα περιστέρι . Ο συναξαριστής της αγίας Μαρίνας δίνει και την εξήγηση των συμβολισμών του οράματος: Όλα αυτά σήμαιναν το μυστήριο της Αγίας Τριάδος, το φώς, τη δόξα του Πατέρα. Ο Σταυρός, τον εσταυρωμένο Χριστό. Και το περιστέρι, το Άγιο Πνεύμα.
Το περιστέρι κατέβηκε κάποια στιγμή, πλησίασε την καλλιπάρθενο Μαρίνα και της είπε: «Χαίρε, Μαρίνα, η λογική περιστερά του Θεού, διότι νίκησες τον πονηρό δαίμονα και ντρόπιασες τον εχθρό.
Χαίρε πιστή και αγαθή δούλη του Κυρίου σου, τον οποίο πόθησες με όλη την καρδιά σου και μίσησες κάθε πρόσκαιρη απόλαυση. Χαίρε και αγάλλου, γιατί έφτασε η μέρα να λάβεις το στεφάνι της νίκης και να μπεις, όπως το αξίζεις, στολισμένη, μαζί με τις φρόνιμες παρθένες στο νυμφώνα του Χριστού και βασιλιά σου».
Ενώ η αγία Μαρίνα άκουγε τα λόγια αυτά συντελέστηκε στο σώμα της άλλο θαύμα: Όλες οι πληγές του επουλώθηκαν και η νεαρή μάρτυς απέκτησε και πάλι το κάλλος το όποιο θαύμαζαν όλοι.
Σκληρότερα μαρτύρια και το μακάριο τέλος
Ο έπαρχος Ολύβριος βλέποντας την υγιής προσπάθησε με κολακείες να την μεταπείσει όμως μάταια. Το μένος του επάρχου έφτασε στο αποκορύφωμά του. Γεμάτος λοιπόν θυμό δίνει εντολή να γυμνώσουν τη μάρτυρα, να την κρεμάσουν στο ξύλο και να καίνε με λαμπάδες το σώμα της.
Στη συνέχεια, γέμισαν ένα μεγάλο λέβητα με νερό, κατέβασαν την καλλιπάρθενο μεγαλομάρτυρα από το ξύλο, την έδεσαν γερά και τη βούτηξαν με το κεφάλι προς τα κάτω μέσα στο νερό για να πεθάνει από πνιγμό. Η μάρτυς και πάλι προσευχήθηκε θερμά στον Κύριο και Θεό της, οπότε «παρευθύς σεισμός μέγας ἐγένετο καί ἐφάνη πάλιν ἡ πρώτη περιστερά ἐπάνω του ὕδατος, βαστάζουσα εἰς τό στόμα στέφανον. Αὐτήν τήν ὥρα ἐφάνη καί ὁ πύρινος στύλος, ἐπάνω δέ τούτου Σταυρός». Η μάρτυς βγήκε από το νερό σώα, τα δεσμά της είχαν λυθεί και στεκόταν και πάλι σε στάση προσευχής, δοξάζουσα τον Θεό. Το δε περιστέρι κάθισε πάνω στο κεφάλι της, κρατώντας στο στόμα του το στεφάνι και είπε προς τη Μαρίνα: «Εἰρήνη σέ σένα, δούλη τοῦ Θεοῦ. Ἔχε θάρρος καί λάβε ἀπό τή δεξιά τοῦ Ὑψίστου αὐτό τό οὐράνιο στεφάνι».
Λέγοντας αυτά η θεϊκή περιστερά, πέταξε και κάθισε πάνω σ’ εκείνο το Σταυρό και απευθυνόμενη προς τη μεγαλομάρτυρα είπε δυνατά, έτσι πού ν’ ακούνε όλοι: «Έλα, Μαρίνα, στις άνω μονές του Παραδείσου, για ν’ απολαύσεις το στεφάνι της αφθαρσίας στα αγαπητά σκηνώματα του Κυρίου, να χαίρεσαι μαζί με τους αγίους και να αναπαύεσαι αιώνια».
Η φωνή αυτή πού ακούστηκε από πολλούς, συγκλόνισε άντρες και γυναίκες, αρκετοί δε απ’ αυτούς ομολόγησαν πώς ήταν έτοιμοι να πιστέψουν και να δώσουν ακόμα και τη ζωή τους για το Χριστό.
Ο έπαρχος πρόσταξε να θανατώσουν όσους είχαν πριν λίγο ομολογήσει πίστη στο Χριστό.
Ο Ολύβριος, για να προλάβει μεγαλύτερο κακό για τους ειδωλολάτρες, διέλυσε το δικαστήριο και προσποιήθηκε ότι δίνει εντολή να μεταφέρουν την αγία Μαρίνα και πάλι στη φυλακή. Στην ουσία όμως, έδωσε μυστικά προσταγή στον επικεφαλής της φρουράς να πάρουν την καλλιπάρθενο μεγαλομάρτυρα και να την αποκεφαλίσουν στον τόπο της καταδίκης. Εκεί η αγία, αφού προσευχήθηκε για τελευταία φορά πάνω στη γη, έσκυψε και το ξίφος του δημίου «ἐκκόψαν τήν κεφαλήν της, περιέβαλεν αὐτήν μέ τόν ἀδαμάντινον στέφανον τοῦ μαρτυρίου».


Τα ιερά λείψανά της


Μετά τον διά του ξίφους θάνατο της οι χριστιανοί παρέλαβαν κρυφά το τίμιο λείψανο και το ενταφίασαν με τιμές πού αρμόζουν στους μάρτυρες της πίστεως.
Άγνωστο πότε ακριβώς μετακομίστηκαν στην Κωνσταντινούπολη, εφόσον είναι αληθινή η πληροφορία ότι το έτος 1230 σταυροφόροι της Δύσεως μετέφεραν τα λείψανα αυτά από την πρωτεύουσα του Βυζαντίου στη Βενετία, γεγονός πού οι Ρωμαιοκαθολικοί γιορτάζουν στις 17 Ιουλίου (ημέρα μνήμης της μεγαλομάρτυρος και για μας τους Ορθοδόξους).
Η καλλιπάρθενος Αγία Μαρίνα θεωρείται προστάτης των παιδιών και μάλιστα ειδική για τη θεραπεία όσων απ’ αυτά είναι άρρωστα και καχεκτικά ή έχουν ειδικές ανάγκες.


Ἀπολυτίκιον


Ἦχος πλ. α΄. Τόν συνάναρχον Λόγον. Γερασίμου.
Μνηστευθεῖσα τῷ Λόγω Μαρίνα ἔνδοξε, τῶν ἐπίγειων τήν σχέσιν πάσαν κατέλιπες, καί ἐνήθλησας λαμπρῶς ὡς καλλιπάρθενος,τόν γάρ ἀόρατον ἐχθρόν, κατεπάτησας στερρῶς, ὀφθέντα σοί Ἀθληφόρε.Καί νῦν πηγάζεις τῷ κόσμω, τῶν ἰαμάτων χαρίσματα.




Τρίτη, 27 Ιουνίου 2017

''Άσε τη μιζέρια και πάλεψε''



Συνέντευξη με την Ζήνα στο στάρ.Καλεσμένος ο πατήρ Ανδρέας Κονάνος.11 Απριλίου 2017


Κυριακή, 11 Ιουνίου 2017

Θεραπεύοντας τον φόβο, Άγ. Λουκάς Συμφερουπόλεως






Ταινία «Θεραπεύοντας τον φόβο» 2013 Άγιος Λουκάς Συμφερουπόλεως
Παρακολουθήστε εδώ την ταινία «Θεραπεύοντας τον φόβο» (παραγωγή 2013) για τον Άγιο Λουκά Αρχιεπίσκοπο Συμφερουπόλεως και Κριμαίας τον Ιατρό. Για θέαση σε πλήρη οθόνη, πατήστε στο τετραγωνάκι κάτω δεξιά, αφού ξεκινήσετε την ταινία. Η απόδοση των διαλόγων στα Ελληνικά, ο υποτιτλισμός και η επεξεργασία έγιναν από εθελοντές της ενορίας Άγιος Παντελεήμων Χαλέπας Χανίων.
Άγιος Παντελεήμων Χαλέπας Χανίων.

Νέα ταινία ἐμπνευσμένη ἀπὸ τὴν ζωὴ τοῦ Ἁγίου Λουκᾶ Αρχιεπισκόπου Συμφερουπόλεως και Κριμαίας.

Στὴν οὐσία πρόκειται γιὰ μία κινημοτογραφικὴ βιογραφία τοῦ ἐπισκόπου ποὺ ἔζησε μέσα σὲ ἕνα καθεστὼς ἐχθρικὸ πρὸς τὴν ὀρθόδοξη πίστη καὶ τὴν ἐλευθερία καὶ ἀντιστάθηκε ἀπέναντι στὸ κομμουνιστικὸ κόμμα, τοὺς καταδότες, τὴν ἀστυνομία, ἀκόμα καὶ τὸν ἴδιο τὸν Στάλιν μὲ ἀποτέλεσμα τὴν δίωξη, φυλάκιση καὶ ἐξορία του.

Ἔζησε καὶ πάλεψε σὰν οἰκογενειάρχης, ἰατρὸς καὶ ἀργότερα ἀρχιερέας, δύο παγκοσμίους πολέμους καὶ δεκάδες κινήματα καὶ ἐπαναστάσεις.

Ἡ ταινία ξεκινᾶ τὴν ἀφήγηση ἀπὸ τὸ 1917, ὅταν ὁ νεαρὸς ἰατρὸς Βάλεντιν Γιασενέτσκι (τὸ κατὰ κόσμον ὄνομα τοῦ Ἁγίου) μαζὶ μὲ τὴν γυναίκα καὶ τὰ τέσσερα παιδιὰ τοὺς μετακομίζουν στὴν Τασκένδη λόγω τοῦ ἐμφυλίου πολέμου.

Ἐκεῖ ἔγινε ἀρχίατρος στὸ τοπικὸ νοσοκομεῖο χειρουργώντας ἀδιάκοπα ἑκατοντάδες ἀσθενεῖς ποὺ ἔφθαναν στὸ νοσοκομεῖο τραυματισμένοι ἀπὸ τὸν πόλεμο. Σὲ ἡλικία 38 ἐτῶν χάνει τὴν σύζυγό του ἀπὸ φυματίωση.

Τὸ 1921 χειροτονεῖται ἱερέας καὶ ἀργότερα (1923) ἐπίσκοπος Τασκένδης. Ἀπὸ τότε συνδύαζε τὰ ποιμαντικὰ καὶ ἐπαγγελματικά του καθήκοντα καθὼς παρέμεινε ἀρχίατρος τοῦ νοσοκομείου τῆς Τασκένδης ἐνῶ ταυτοχρόνως παρέδιδε μαθήματα στην Ἰατρικὴ σχολὴ πάντα φορώντας τὸ ράσο καὶ τὸ σταυρό του. Γιατρεύοντας λοιπὸν τὶς ψυχὲς καὶ τὰ σώματα τοῦ ρωσικοῦ λαοῦ πέρασε τὸ ὑπόλοιπό της ζωῆς τοῦ διωκόμενος ἀσταμάτητα γιὰ τὴν ἀκλόνητη πίστη του μὲ ἀποτέλεσμα τὸν κλονισμὸ τῆς ὑγείας του καὶ τὸν θάνατό του τὸ 1961.




Άγιος Λουκάς Κριμαίας!





Σάββατο, 10 Ιουνίου 2017

Οι Άγιοι Πάντες!




Αύριο είναι η Κυριακή των Αγίων Πάντων!
Η Ενορία μας πανηγυρίζει!
Εορτάζουμε, όσους αγίασε το Άγιο Πνεύμα, τους Προπάτορες και Πατριάρχες, τους Προφήτες και ιερούς Αποστόλους, τους Μάρτυρες και τους Ιεράρχες, τους Ιερομάρτυρες και Οσιομάρτυρες, τους Όσιους και Δίκαιους και όλες γενικά τις άγιες Γυναίκες και τους υπόλοιπους ανώνυμους Αγίους.
Εορτή της Χριστιανοσύνης, με την οποία τιμάται η μνήμη όλων ανεξαιρέτως των αγίων, γνωστών και αγνώστων. Εορτάζεται την πρώτη Κυριακή μετά την Πεντηκοστή
...από την Ανατολική Εκκλησία και την 1η Νοεμβρίου από τη Δυτική Εκκλησία. Την Κυριακή των Αγίων Πάντων έχουν την ονομαστική τους εορτή όσοι και όσες τα βαφτιστικά τους ονόματα δεν έχουν αναφορά σε κάποιο άγιο με συγκεκριμένη ημέρα μνήμης.
Η πρώτη στέρεα μαρτυρία για την εορτή των Αγίων Πάντων αναφέρεται σ’ ένα απόσπασμα ομιλίας του Αγίου Εφραίμ του Σύρου, που κάνει λόγο για μία εορτή «εις μνήμην των Μαρτύρων όλης της οικουμένης» στις 13 Μαΐου του 373 στη Νίσιβη (σημερινή Νουσαϊμπίν Τουρκίας) και την Έδεσσα (σημερινή Ούρφα Τουρκίας). Η εορτή των Αγίων Πάντων καθιερώθηκε οριστικά κατά τον 6ο αιώνα, όπως αναφέρεται σε ομιλία του διακόνου Κωνσταντίνου το 535. Τον 9ο αιώνα η εορτή των Αγίων Πάντων υιοθετήθηκε και από τη Δυτική Εκκλησία και καθιερώθηκε οριστικά από τον Πάπα Γρηγόριο Δ' (827-844).

Απολυτίκιον, Ἦχος δ'

Των εν όλω τω κόσμω, μαρτύρων σου,
ως πορφύραν και βύσσον τα αίματα
η εκκλησία σου στολισαμένη δι’ αυτών
βοά σοι, Χριστέ ο Θεός·
Τω λαώ σου τους οικτιρμούς σου κατάπεμψον,
ειρήνην τη πολιτεία σου δώρησαι
και ταις ψυχαίς ημών το μέγα έλεος.

Από τη Δευτέρα μετά την Κυριακή των Αγίων Πάντων αρχίζει η νηστεία των Αγίων Αποστόλων, η οποία περατώνεται στις 28 Ιουνίου, ανήμερα της εορτής των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου και παραμονής της εορτής των Αγίων Αποστόλων. Τις ημέρες αυτές οι Χριστιανοί οφείλουν να απέχουν από το κρέας, τα γαλακτερά και τα αυγά και να καταναλώνουν μόνο ψάρι, εκτός από Τετάρτη και Παρασκευή, οπότε ισχύει η αυστηρή νηστεία.

Χρόνια πολλά σε όλους και κάθε ευλογία στο σπιτικό σας!



Δευτέρα, 5 Ιουνίου 2017

«Κατακλυσμός».




"Βοήθησε και ο καιρός σήμερα και θυμήθηκα. Στην Κύπρο η ημέρα της εορτής του Αγίου Πνεύματος ονομάζεται «Κατακλυσμός». Γιατί άραγε;
Φαίνεται δεν μπορούν –τουλάχιστον στην Κύπρο– να ξεχάσουν ακόμα τον γραφικό, τον αρχικό στίχο της Γενέσεως «καὶ πνεῦμα Θεοῦ ἐπεφέρετο ἐπάνω τοῦ ὕδατος» (Γεν.1,2) ή τις τρεις καταβυθίσεις στην κολυμπήθρα, από τις οποίες ο κάθε Έλληνας –μέχρι εχθές τουλάχιστον, θέλοντας και μη– διερχόταν για να λάβει, πριν μάθει καλά καλά να ψελλίζει ,... την ανεξίτηλη σφραγίδα – τον τύπο του Αγίου Πνεύματος, που έκτοτε καλούμαστε να επαληθεύσουμε κάθε στιγμή μέχρι την ύστατη πνοή και όταν εμείς αδυνατούμε ενίοτε μόνοι μας να τον … επαναλάβουμε, να ενθυμηθούμε σε ποιον θάνατο βαπτισθήκαμε και ποιαν Ανάσταση προσδοκούμε, βρίσκονται κάποια άλλα χέρια να μας κάνουν την σωστή και οφειλόμενη «πατητή»…
Πάντως την ημέρα του «Κατακλυσμού» είθισται να κατακλύζουν τις παραλίες του Νησιού και να κάνουν το πρώτο τους μπάνιο. Κι αν τούτη και μόνο είναι η αιτία που ονομάζεται «Κατακλυσμός» η ημέρα της εορτής του Αγίου Πνεύματος –και δεν ισχύουν οι δύο προαναφερόμενες εκδοχές– μας αρκεί. Κάτι ξέρουν εκείνοι.
Θυμάμαι σχετικά και ένα αστείο περιστατικό που μας αφηγήθηκε συνάδελφος («Ἑλλαδίτισσα»), το 2006, στη Λευκωσία, λίγες μέρες μετά την εορτή του Αγίου Πνεύματος. Το Σάββατο προ της Πεντηκοστής, της είχε τηλεφωνήσει κάποια Κύπρια φίλη της και την είχε ρωτήσει: «Τι θα κάνεις άραγε την ημέρα του Κατακλυσμού; Έχω την έγνοια σου…». «Τι;;», αναφώνησε τότε εκείνη, «Τι;; Είπαν ότι θα γίνει κατακλυσμός;;».

Aναστάσιος Θεοφιλογιαννάκος

Το 'Αγιο Πνεύμα είναι Πνεύμα Θεού, Πνεύμα Χριστού,νους Χριστού.Πνεύμα Κυρίου,Πνεύμα Υιοθεσίας,αληθείας ελευθερίας, Πνεύμα σοφίας συνέσεως βουλής,
ισχύος,γνώσεως, ευσέβειας, φόβος Θεού..
Χρόνια πολλά καλή φώτιση καλή εβδομάδα!



Σάββατο, 3 Ιουνίου 2017

«Τα Οστά Ομιλούν» - Ευγένιος Ιερομόναχος



«Ματαιότης ματαιοτήτων 
τα πάντα ματαιότης» (Εκκλ. 1, 2)

Αν αυτή την στιγμή ξεσκεπάζαμε μία πλάκα ενός ευπρεπέστατου τάφου και βρισκόταν κάποιος να μας μιλήσει, η πρώτη λέξη που θα έβγαζε θα ήταν Ματαιότης. Και θα έλεγε:


«Τα Οστά Ομιλούν» - Ευγένιος Ιερομόναχος

Άνθρωπε στάσου δυο λεπτά και πρόσεξε και μένα
θα σου μιλήσω συμβουλές πού είναι καλές για σένα.

Με βλέπεις κόκκαλο γυμνό, μα δίχως φαντασία
και λες δεν ήμουν τίποτα δεν δίνεις σημασία.

Μα κάποτε στα χρόνια μου είχα κι εγώ το κάλλος
και βάδιζα περήφανος σαν φουσκωμένος γάλος.

Κι είχα κι εγώ τη δόξα μου, σοφία τού Σωκράτη,
του Ηρακλή τη δύναμη, φήμη πολύ στα Κράτη.

Είχα μαλλιά μεταξωτά και μάγουλα σαν μήλο
και φρύδια πού δεν βρίσκονταν σαν τής ελιάς το φύλλο.

Είχα καρδιά τού λέοντος και μπράτσα σιδερένια,
ακούραστα τα πόδια μου και στήθη μαρμαρένια.

Είχα τη γλώσσα τ' αηδονιού, μάτια μεγάλα μαύρα
και μερικοί μού λέγανε όλα μαζί πού ταύρα.

Γι' αυτό χαιρόμουνα πολύ πώς ήμουν γης ο φάρος
και με το νου λογάριαζα πώς δεν υπάρχει χάρος.

Μα πότε δεν κατάλαβα περάσανε τα χρόνια
και φύγανε τα νιάτα μου σαν τού σπιτιού τα χιόνια.

Το γλέντι κι όλες οι χαρές περνάνε στον αέρα
κι όλη η ζωή μου φάνηκε σά νάτανε μια μέρα.

Σὰν ἔνοιωσα γεράματα θυμᾶμαι τὰ παλιά μου,
μοῦ φάνηκε παράξενο π᾿ ἄσπρισαν τὰ μαλλιά μου.

Τὸ φῶς ἀπὸ τὰ μάτια μου μικραίνει, λιγοστεύει
κι ὁ νοῦς μου πὼς ἐγήρασα ἀκόμη δὲν πιστεύει.

Τα πόδια μου αδυνάτισαν, τα χέρια δεν κινούνται
τα δόντια μου χαλάσανε κι αυτά παραπονούνται.

Κατάλαβα τον θάνατο, σε λίγο τελειώνω
και τότε βάζω μια φωνή με κλάματα και πόνο.

Ποιος μάγος φέρνει τη ζωή και ποιό γιατρό να πάρω
και ποιος μπορεί και δύναται πού να νικά το χάρο;

Θὰ τοῦ χαρίσω κτήματα καὶ λίρες ὅσες θέλει
ἀρκεῖ τοῦ χάρου τὸ σπαθὶ νὰ σπάσῃ καὶ τὰ βέλη.

Κανεὶς δὲν μ᾿ ἀποκρίθηκε κανεὶς δὲν μοὖπε ξέρει
νὰ μοῦ γλυτώσῃ τὴ ζωὴ καὶ νειᾶτα νὰ μοῦ φέρη.

Λοιπὸν μιὰ μέρα τ᾿ Ἀπριλιοῦ χωρὶς νὰ περιμένω
κάποιος χτυπᾶ τὴν πόρτα μου μὲ τρόπο ἀγριεμένο.

Ἦταν ψηλὸς κατάμαυρος. Φωνάζω. Τί νὰ κάνω;
Καὶ μὲ φωνὴ ποὺ τρόμαζε, μοῦ λέει σήκ᾿ ἀπάνω.

Μοῦ ξέσχισε τὰ σπλάχνα μου καὶ πῆρε τὴν ψυχή μου
κι ἀμέσως πᾶν τὰ πλούτη μου μαζὶ μὲ τὴν στολήν μου.

Καὶ τώρα τὰ χωράφια ποῦ πᾶν καὶ τὰ παλάτια;
Τὰ ρόδινα τὰ μάγουλα, ἡ γλῶσσα καὶ τὰ μάτια;

Σκουλήκια φάγαν τὸ κορμί, τὴν ὀμορφιά, τὸ σῶμα,
ἀφοῦ μὲ λάσπη γίναμε, γενῆκαν πάλιν χῶμα.

Οἱ φίλοι καὶ οἱ συγγενεῖς δὲν θέλω νὰ μὲ κλαῖνε,
θέλω κερὶ μνημόσυνο «Συγχώρησε» νὰ λένε.

Ὅπως μὲ βλέπεις ἄνθρωπε καὶ σὺ θὰ καταντήσης,
γι᾿ αὐτὸ στὴν πρόσκαιρη ζωὴ μὴ λὲς νὰ καζαντήσῃς.

Ὅταν γηράσω νὰ μὴ λὲς θὰ κάνω καλωσύνες,
τότε θὰ πάω στὴν Ἐκκλησιὰ πολλὲς ἐλεημοσύνες.

Ὁ χάρος εἶναι λαίμαργος, δὲν ἔχει προθεσμία,
δὲν ἔχει φίλους γιὰ χαρές, ἐξαίρεση καμία.

Παίρνει τὶς μάνες τῶν παιδιῶν, λεβέντες ποὺ γλεντᾶνε
ἀπὸ τὴν κούνια τὰ μωρά, κοπέλλες ποὺ πετᾶνε.

Νὰ σκέπτεσαι τὸν θάνατο ἑπτὰ φορὲς τὴν ὥρα,
ὑπῆρχαν κι ἄλλοι στὴ ζωὴ μὰ δὲν ὑπάρχουν τώρα.

Σὲ κάθε βῆμα πρόσεξε τοῦ Σατανᾶ τὸ βρόχι
μὴν ἀδικήσῃς ὀρφανούς, γυναῖκες χῆρες ὄχι.

Πιστὰ τοὺς νόμους φύλαγε χωρὶς καμμιὰ προσθήκη
τὰς ἐντολὰς τοῦ Μωϋσῆ, τὴ Νέα Διαθήκη.

Νὰ μὴν δουλεύῃς Κυριακὴ καὶ ἑορτὲς Ἁγίων
νἄχῃς ἀμόλυντη ψυχὴ καὶ καθαρὸν τὸν βίον.

Νὰ μὴν κυττάζῃς πονηρά, μὴ βλασφημᾶς τὰ θεῖα,
νὰ δίδῃς περιφρόνηση τοῦ σατανᾶ τὴν βία.

Τής μέρας τ' αμαρτήματα και πριν ο Ήλιος δύσει
με κάθε τρόπο τού Θεού νὰ τἄχῃς ὅλα σβήσει.

Ελεημοσύνη, προσευχή, αγάπη και νηστεία
αυτὰ θα σώσουν την ψυχή, μη λες πώς είν' αστεία.

Αγάπα τον πλησίον σου, κακό ποτέ μη κάνῃς
γιατί αργά ή γρήγορα θα σβήσῃς θὰ πεθάνῃς.

Καὶ τώρα αναγνῶστα μου τί σκέπτεσαι νὰ κάνῃς;
τὰ λόγια ποὺ σοῦ μίλησα στὸ νοῦ σου νὰ τὰ βάνῃς·
γιατὶ αὐτοῦ ποὺ εἶσαι ἤμουνα κι ἐδῶ ποὺ εἶμαι θἄρθῃς.[2]


«Άκουσε τι λέγει ο Σολομώντας, που γνώρισε τα παρόντα πράγματα· «έχτισα», λέγει, «για τον εαυτό μου σπίτια, φύτεψα κήπους και παραδείσους, αμπελώνες και πισίνες με νερά, απέκτησα χρυσό και άργυρο, όρισα να μου τραγουδούν τραγουδιστές και τραγουδίστριες, απέκτησα πρόβατα και βόδια» (Εκκλ. 2, 4-8). Πραγματικά κανένας δεν έκαμε τόσο τρυφηλή ζωή, κανένας δεν υπήρξε τόσο ένδοξος, κανένας τόσο σοφός, κανένας τόσο άρχοντας, κανένας δεν είδε τα πράγματα να συμβαίνουν τόσο πολύ όπως τα ήθελε αυτός. Τι λοιπόν; Τίποτε από αυτά δεν ωφελήθηκε· αλλά τι λέγει μετά από όλα αυτά;
«Ματαιότης ματαιοτήτων τα πάντα ματαιότης» (Εκκλ. 1, 2).[3]


πηγή : http://www.sophia-ntrekou.gr/2017/02/psyhosavvato.html


Παρασκευή, 19 Μαΐου 2017

Το Τώρα Του Θεού !



Δεν χάρηκαν τη ζωή τους με τρόπο ουσιαστικό, δεν έζησαν την κάθε τους μέρα με απλότητα ενώπιον του Χριστού, παρά έτρεμαν και προσδοκούσαν φοβισμένα κι άρρωστα κάτι που τελικά δεν έγινε.
Μιλάμε για προφητείες, απειλές και σενάρια καταστροφής.
Από το 1983 τα θυμάμαι εγώ, τότε που ήμουν παιδί, στο γυμνάσιο.
Δεν ήταν λίγες οι φορές που κράταγα τη λαμπάδα της Ανάστασης, κι αντί να χαρώ σαν παιδί την Ανάσταση και τη Ζωή, σκεφτόμουν φοβισμένος αυτό που είχε πρόσφατα προφητέψει ο τάδε γνωστός ή άγνωστος κι αόρατος αγιορείτης, ή άλλος πνευματικός άνθρωπος, ή το ημερολόγιο των Μάγια, των Ίνκας, του Νοστράδαμου και άλλων παρόμοιων, ότι ¨μετά το Πάσχα, ετοιμαστείτε, θα γίνει πόλεμος¨, ¨θα συγκρουστούμε με πλανήτες, κομήτες και άλλα πετούμενα¨!
Οράματα, θαύματα, αποκαλύψεις, αγγελοφάνειες κλπ, ήταν το φόντο όλων αυτών των καταστάσεων, που έρχονταν να τις κάνουν πιο ισχυρές, και να δώσουν κύρος αδιαμφισβήτητο.
Άντε να τολμήσεις να πεις ότι όλα αυτά δεν στέκουν ή είναι πλάνη ή είναι γέννημα αρρωστημένων μυαλών! Θα σε θεωρούσαν αυτόματα αιρετικό και πλανεμένο.
Και εννοείται ότι, κανείς απ’ αυτούς που τρομοκράτησαν τόσο και τόσο κόσμο με απειλές και υποσχέσεις προφητικές, δεν ζήτησε μετά την πανηγυρική του διάψευση δημοσίως συγγνώμη.
Κανείς απ’ αυτούς τους ανθρώπους που έλεγαν ¨αυτό είναι το τελευταίο μας ειρηνικό Πάσχα¨, ¨έρχεται πόλεμος¨, ¨μαζέψτε κονσέρβες¨, ¨αγοράστε κανα οικοπεδάκι να έχετε καμία κοτούλα¨ κλπ κλπ άπειρα, δεν κρίθηκε, δεν απολογήθηκε, δεν υπέστη συνέπειες.
Κανείς!!!
Γιατί όλα αυτά;
Διότι ο άνθρωπος αρέσκεται στις ελπίδες της επιφάνειας, που δεν αγγίζουν τις βαθιές χορδές και πτυχές της ψυχής του.
Θέλει σώνει και καλά στην εποχή του να γίνουν μεγάλα και τρομερά πράγματα, και μαζί με το δικό του βιολογικό τέλος να σημάνει και το τέλος του σύμπαντος.
¨Πεθαίνω εγώ, πεθαίνει ο κόσμος όλος¨.
Αυτό που κυκλοφορεί υποσυνείδητα στα έγκατα του ψυχισμού μου είναι αυτή η έννοια: ¨Ο κόσμος υπάρχει όσο υπάρχω εγώ¨.
Δεν μπορεί να χωνέψει ότι ¨ναι, κι εγώ θα πεθάνω, όπως τόσοι και τόσοι πέθαναν και πεθαίνουν, και η ζωή θα συνεχιστεί κανονικά, και θα υπάρχει μέλλον και συνέχεια για πολλές γενιές ακόμα. Χωρίς εμένα!! Το δέχομαι ταπεινά, μπαίνω στην ουρά, χαίρομαι τη ζωή μου όσο πάει ακόμα, και μετά θα παραδοθώ κι εγώ όπως οι πρόγονοί μου. Στη γη σωματικά, και στο Θεό ψυχικά¨.
Μια φορά, γύρω στο 2000, κάποιος πολύ θερμόαιμος με όλα αυτά τα θέματα με είχε τρομοκρατήσει πάλι, για το επερχόμενο τέλος, για καταστροφές και για το χάραγμα, και για κάθε λογής συμφορά.
Όμως ο ίδιος εκείνο ακριβώς τον καιρό, παραδόξως, έχτιζε σπίτι αρκετών εκατομμυρίων!!
Τη μισή μέρα την πέρναγε στα τηλέφωνα μιλώντας για απειλές πολέμων και παρόμοια σενάρια τρόμου, και την άλλη μισή μέρα έψαχνε μάρμαρα Πεντέλης για το μπάνιο, και φανταχτερούς πολυέλεους για το σαλόνι. Εκεί άρχισα κάπου να ψιλιάζομαι ότι κάτι δεν πάει καλά σε όλη αυτή την ιστορία, την αντιφατικότητα και σχιζοφρένεια που κρύβεται πίσω απ’ αυτές τις ¨αγωνίες¨.
Συμπέρασμα δικό μου, μα όχι υποχρεωτικά και δικό σου:
Ας χαρούμε την κάθε μέρα.
Ας είμαστε έτοιμοι να φύγουμε αν θέλει ο Θεός την κάθε μέρα.
Ακόμα και σήμερα.
Με ευγνωμοσύνη για το τώρα, απολαμβάνοντας τον άρτον ημών τον επιούσιον.
Προσευχή, εκκλησιαστική ζωή εσωτερικής καλλιέργειας και οχι διασπαστικής εξωστρέφειας.
Ταπείνωση, αγάπη, ένωση με το Χριστό δια των Μυστηρίων Του.
Νομίζω αυτά τα κλειδιά μάς άφησε ο Χριστός.
Και είναι αρκετά.
Κι όταν γίνει ό, τι γίνει, (δεν λέμε ότι δεν θα γίνει ό,τι είπε ο Χριστός), όποια κι αν είναι αυτή η στιγμή, θα κάνω ό, τι καλυτερο και φωτισμένο μπορώ, ζώντας μέσα στην κοινωνία και την Εκκλησία του Χριστού.
Για μένα, και για όσους αγαπώ.
 
π. Ανδρέας Κονάνος
 
 
 
 

Δευτέρα, 15 Μαΐου 2017

Το κερί και το θυμίαμα!




– Γέροντα, ὅταν ἀνάβουμε ἕνα κεράκι, λέμε ὅτι εἶναι γι᾿ αὐτὸν τὸν σκοπό;
– Τὸ ἀνάβεις· ποῦ τὸ στέλνεις; Δὲν τὸ στέλνεις κάπου; Μὲ τὸ κεράκι ζητοῦμε κάτι ἀπὸ τὸν Θεό. Ὅταν τὸ ἀνάβης καὶ λὲς «γι᾿ αὐτοὺς ποὺ πάσχουν σωματικὰ καὶ ψυχικὰ καὶ γι᾿ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν τὴν πιὸ μεγάλη ἀνάγκη», μέσα σ᾿ αὐτοὺς εἶναι καὶ οἱ ζῶντες καὶ οἱ κεκοιμημένοι. Ξέρεις πόση ἀνάπαυση νιώθουν οἱ κεκοιμημένοι, ὅταν ἀνάβουμε ἕνα κεράκι γι᾿ αὐτούς; Ἔτσι ἔχει κανεὶς πνευματικὴ ἐπικοινωνία καὶ μὲ τοὺς ζῶντα...ς καὶ μὲ τοὺς κεκοιμημένους. Τὸ κεράκι μὲ λίγα λόγια εἶναι μιὰ κεραία ποὺ μᾶς φέρνει σὲ ἐπαφὴ μὲ τὸν Θεό, μὲ τοὺς ἀρρώστους, μὲ τοὺς κεκοιμημένους κ.λ
– Τὸ θυμίαμα, Γέροντα, γιατί τὸ καῖμε;
– Τὸ ἀνάβουμε γιὰ δοξολογία στὸν Θεό. Τὸν δοξολογοῦμε καὶ Τὸν εὐγνωμονοῦμε γιὰ τὶς μεγάλες εὐεργεσίες Του σὲ ὅλον τὸν κόσμο. Τὸ θυμίαμα εἶναι καὶ αὐτὸ μιὰ προσφορά. Καὶ ἀφοῦ τὸ προσφέρουμε στὸν Θεὸ καὶ στοὺς Ἁγίους θυμιάζοντας τὶς εἰκόνες, θυμιάζουμε μετὰ καὶ τὶς ζωντανὲς εἰκόνες τοῦ Θεοῦ, τοὺς ἀνθρώπους
. Νὰ βάζετε καρδιὰ εἴτε πρόκειται γιὰ αἴτημα εἴτε γιὰ εὐχαριστία. Μὲ τὸ κεράκι λέω: «Θεέ μου, Σοῦ ζητάω μὲ ὅλη μου τὴν καρδιὰ νὰ μοῦ κάνης μιὰ χάρη». Καὶ μὲ τὸ θυμίαμα λέω: «Σὲ εὐχαριστῶ, Θεέ μου, μὲ ὅλη μου τὴν καρδιὰ γιὰ ὅλες τὶς δωρεές Σου. Σ᾿ εὐχαριστῶ ποὺ συγχωρεῖς τὶς δικές μου τὶς πολλὲς ἁμαρτίες καὶ τὴν ἀχαριστία ὅλου τοῦ κόσμου καὶ τὴν δική μου τὴν ἀχαριστία τὴν πολλή».

Ἁγ. Παϊσίου Ἁγιορείτου





Πέμπτη, 27 Απριλίου 2017

Χριστός Ανέστη, Χαρά μου!




Αυτές οι δύο λέξεις , με τις οποίες εγκαρδίως και πατρικώς σας χαιρετώ και σας προσφωνώ, σήμερα που γιορτάζουμε το Πάσχα, αποτελούν την ουσία του Ιερού Ευαγγελίου, την ανακεφαλαίωση του κηρύγματός μας , το θεμέλιο της Εκκλησίας μας , την ακένωτη και διαρκώς βρύουσα ζωτική πηγή της αληθινής και άληκτης χαράς μας .
Γιορτάζουμε τη νέκρωση του θανάτου, που είναι ο έσχατος εχθρός του ανθρώπου και πανηγυρίζουμε την καθαίρεση του Άδου, ο οποίος στενάζει και βοά, γιατί ο Εσταυρωμένος Κύριός μας κατέλυσε το κράτος του και απελευθέρωσε τους απ΄ αιώνος δεσμίους του. Βιώνουμε, ως μέλη της Εκκλησίας μας , η οποία είναι το σώμα του Χριστού, την αρχή της νέας βιοτής μας , που είναι αιώνια, γιατί αναστάς εκ του τάφου ο Λυτρωτής , με το παντοδύναμο χέρι Του, συνανέστησε τον Αδάμ και τους απογόνους του και μας έδωσε την αιώνια ζωή και το μέγα έλεος .Δικαιολογημένα, λοιπόν, πανηγυρίζουμε και ευφραινόμαστε μαζί με τον ουρανό και βροντοφωνάζουμε μετά του Ιερού Χρυσοστόμου: "Μηδείς φοβείσθω θάνατον ηλευθέρωσε γάρ ημάς ο του Σωτήρος θάνατος. Έσβεσεν αυτόν υπ΄αυτού κατεχόμενος…Ανέστη Χριστός και ζωή πολιτεύεται Ανέστη Χριστός και νεκρός ουδείς επί μνήματος".
Έγινε ο Αρχηγός της ζωής μας και Σωτήρας μας , πρωτότοκος εκ των νεκρών, και έτσι άνοιξε την οδό της Αναστάσεως για κάθε άνθρωπο. Σκιρτώντες από χαρά, υμνούμε και δοξάζουμε τον αίτιο της γιορτής μας, τον Κύριό μας Ιησού Χριστό, τον υπέρ ημών των αχαρίστων και αγνωμόνων δούλων Του, σαρκωθέντα και παθόντα και ταφέντα και αναστάντα εκ νεκρών. Στεγνώσει ο δι΄ ημάς αποθανών και αυτεξουσίως εγερθείς τους οφθαλμούς μας από του χωρισμού και του θανάτου τα δάκρυα, παύει τους θρήνους μας, γεμίζει με αγαλλίαση την ύπαρξή μας . Κι εμείς οι γηγενείς το όνομά Του ονομάζουμε στο όνομα Του βαπτιζόμαστε, στο όνομά Του κηρύσσουμε μετάνοια, γιατί με το Σταυρό Του χαρίστηκαν οι οφειλές μας κι από τον τάφο Του επήγασε συγγνώμη, στο όνομά Του νικούμε τον υπονομευτή της σωτηρίας και της χαράς μας διάβολο και υπερβαίνουμε τις δυσχέρειες και τα ανιαρά του βίου μας .
Ποθούμε διαρκώς να ζούμε μαζί Του και για χάρη Του. Γι΄ αυτό, προκειμένου να επιτύχουμε το εφετό, ας αγωνιζόμαστε καθημερινά να αφήνουμε τον παλαιό μας άνθρωπο με τις πράξεις και τις επιθυμίες του και να γινόμαστε καινούργιοι.Ας σταυρώνουμε το θέλημά μας για να ακολουθούμε το δικό Του.Ας υποδεχόμαστε αξίως και με πλήρη επίγνωση της αναξιότητός μας το τίμιο Σώμα και το ζωοποιό Αίμα Του, μετέχοντας στο συμπόσιο της πίστεως , στην τράπεζα της Θείας Ευχαριστίας και στον πλούτο της χρηστότητας και δωρεάς Του.
Έτσι η χαρά μας θα είναι μόνιμη και διαρκής και αστράπτουσα.
Θα ζούμε Πάσχα κάθε μέρα.
Δε θα φοβόμαστε το θάνατο.
Θα αγαπούμε τους πάντες και τα πάντα.
Θα πανηγυρίζουμε συνεχώς και θα λέμε όχι μόνο για σαράντα ημέρες , αλλά κάθε ημέρα, σαν τον Άγιο Σεραφείμ του Σάρωφ, το: Χριστός Ανέστη, Χαρά μου!

O Xαλκίδος Χρυσόστομος



Πέμπτη, 13 Απριλίου 2017

Ατενίζοντας τον Εσταυρωμένο Ιησού εν Σιωπή




Ατενίζοντας τον Εσταυρωμένο Ιησού εν Σιωπή
Σοφία Ντρέκου

Η θυσία του Χριστού ήταν πράξη 
ελεύθερη της αγάπης του Θεού 
για τη σωτηρία του αμαρτωλού κόσμου. 
Καμιά ανάγκη δεν επιστάτησε 
στην προσφορά της.[4]


Η σταυρική θυσία του Χριστού

«Όταν εγώ βλέπω τον Εσταυρωμένο γυμνό επάνω στον Σταυρό, όταν βλέπω πόσα υπέφερε από τους ανθρώπους ο Θεός ο αναμάρτητος, όταν βλέπω την αγάπη Του, την ευτέλεια, την ταπείνωσί Του και σκέπτομαι, ότι για μένα σταυρώθηκε από αγάπη, ότι συγχώρησε τους σταυρωτάς Του, ότι συγχώρησε τους αποστόλους, που Τον εγκατέλειψαν, ότι συγχώρησε την αχαριστία και την ασέβεια όλων των ανθρώπων, λέγοντας: «
Πάτερ, άφες αυτοίς. ου γαρ οίδασι τί ποιούσι» (Λουκ. κγ’, 34), πώς εγώ δεν θα υπομείνω, εάν με ταπεινώσουν, εάν με ρεζιλέψουν, εάν με φτύσουν, εάν μου κάνουν ο,τιδήποτε;
Άπαξ και είμαι μαθητής Του Χριστού και είμαι βαπτισμένος στο Όνομά Του και θεωρούμαι παιδί Του και θα κληρονομήσω την Βασιλεία των ουρανών, είναι δυνατόν ποτέ να φανώ οκνηρός κι απάνθρωπος και να μη συγχωρήσω ό,τι ελαφρό μου έκανε ένας αδελφός μου; Ποτέ.

Άρα
κοιτάζοντας τον Εσταυρωμένο μέσα μου αλλάζω, μαλακώνει η καρδιά μου κι απλώνεται η αγάπη. Και μπορώ εκείνη τη στιγμή να τρέξω, να βάλω μετάνοια στον αδελφό μου, να τον αγκαλιάσω και να του πω: «Αδελφέ μου, συγχώρησέ με, που σου έκανα αυτό το πράγμα, κι αν μου έκανες κι εσύ κάτι, Θεός σχωρέσοι». Έτσι θεραπευόμεθα από τα δαγκώματα της αμαρτίας και των παθών, όταν ατενίζουμε στο Χριστό μας, τον Εσταυρωμένο.»[1]

Ατενίζοντας τον Ιησού εν Σιωπή

Κάθε χρόνο, όταν φτάνει η Μεγάλη Εβδομάδα, ο πιστός προσκαλείται για μία επανατοποθέτηση της ζωής του μπρος στο μυστήριο του πάθους του Χριστού. Ο Χριστός μας ατενίζει καθηλωμένος εκεί στα μεσούρανα, στο Σταυρό Του, προσκαλώντας μας και προκαλώντας ταυτόχρονα πιστούς και λιγότερο πιστούς.
Και ποιος άραγε θα μπορούσε να διαβεβαιώσει ότι προσπέρασε το Σταυρό του Χριστού, το αιώνιο αυτό σκάνδαλο της λογικής ανθρώπων και αγγέλων, χωρίς κλυδωνισμούς αμφιβολιών, χωρίς κραδασμούς στο επίπεδο των αυτονόητων ενδοκοσμικών βεβαιοτήτων;

Φέτος, αντικρίζουμε λίγο πριν την Ανάσταση και πάλι το Χριστό, μέσα σε μια πρωτόγνωρη εσχατολογική σύγχυση των άλλοτε αυτονόητων, φαντάζει περισσότερο μόνος: δεμένος σαν κακούργος, περιτριγυρισμένος και λοιδορούμενος από τον όχλο και το αρχοντολόϊ της πολιτικής και εκκλησιαστικής εξουσίας του «καιρού εκείνου»· με τους μαθητές Του αποσυναρμολογημένους, διασκορπισμένους και ανήμπορους να του προσφέρουν κάτι περισσότερο από την άρνηση του Πέτρου.Κι Αυτός σιωπηλός, να ατενίζει όλους, όπως τότε τον Πέτρο πριν λαλήσει ο πετεινός, και να αναμοχλεύει μέσα μας όλες τις αρνήσεις κι όλες τις προδοσίες στο πρόσωπό Του, όλα τα πάθη κι όλες τις πληγές.

Να μας κοιτά με μιαν απέραντα μεγαλόπρεπη Σιωπή -όση κι η αγάπη Του- που θεραπεύει την κούφια και υβριστική πολυλογία των «εκπροσώπων» Του, κάθε μεγαλόστομη και υπερφίαλη καπηλεία της Σιωπής και του Πάθους.


Μία αγιασμένη, πονεμένη Σιωπή για τους πόνους και τις αποτυχίες των ανθρώπων όλων των αιώνων, μυστική φωνή στα μύχια της ψυχής μας. Μία μεγαλειώδης, εύγλωττη, κατανυκτική Σιωπή Αγάπης.

«Ο δε Ιησούς εσιώπα». Στον πόνο και στον θρίαμβο. Και όταν έκανε τα θαύματα, και όταν δεχόταν τα ραπίσματα. Και όταν εισέρχεται θριαμβευτικά στα Ιεροσόλυμα «μετά βαΐων και κλάδων», και όταν ερωτάται από τον αρχιερέα Καϊάφα, τον Πιλάτο, τον βασιλιά Ηρώδη: «Ουδέν αποκρίνη; ουκ ακούεις πόσα σου καταμαρτυρούσιν; Ο δε Ιησούς εσιώπα».Σιωπά όταν ο όχλος και οι στρατιώτες τον χλευάζουν, όταν τον προκαλούν λέγοντας: «Σώσον σεαυτόν ει Υιός ει του Θεού». Όταν καταφέρουν στο άγιο πρόσωπό Του ραπίσματα και με σαρκαστική ειρωνεία τον εξωθούν να «προφητεύσει» ποιος τον εράπισε. Ανταποδίδει στην παράλογη πρόκληση της ανθρώπινης κακότητας την πορφυρά Σιωπή των σταυρωμένων Του χεριών, τη ματωμένη καρδιά της Αγάπης.Σιωπά ο Ιησούς μπροστά στην μισαλλοδοξία εχθρών, στην αλαζονεία και την υποκρισία των «φίλων», γιατί οι λέξεις δεν μπορούν να πουν τίποτα περισσότερο απ' όσα πολυσήμαντα μαρτυρούν τα πάθη, ο Σταυρός και η Ανάστασή Του.

Η Σιωπή του Ιησού είναι διακριτική συνομιλία, ένας αέναος διάλογος αγάπης με τις ψυχές, όταν τα λόγια καθίστανται ανήμπορα να διασπάσουν τα τείχη του ορθολογισμού και της αμφιβολίας που έχουν ερμητικά σφραγίσει τα «ώτα» μας. Όταν τα πάθη έχουν αλλοιώσει την «λογική» ψυχή μας και την έχουν παραδώσει στο παράλογό της τυχαιότητας, το χαοτικό ενήδονο κυνήγι της οδύνης.


Συνομιλεί και τότε «εν τη σιωπή» ο Χριστός μαζί μας, γιατί ο άνθρωπος ποτέ δεν παύει να είναι Εικόνα του Θεού, ποτέ δεν χάνει την ικανότητα να διαισθάνεται, να ξέρει, να «καταλαβαίνει πολύ περισσότερα πράγματα απ' όσα μπορεί να εκφράσει», απ' αυτά που μπορεί να ακούσει. 



Ο Σιωπών Χριστός του Πάθους, μας έχει εξασφαλίσει το προνόμιο, ώστε «νυν και αεί» να μπορούμε να ψιθυρίζουμε το «μνήσθητί μου, Κύριε» του ληστού, ακόμα και πάνω στο σταυρό της πιο μεγάλης ντροπής, της πιο μεγάλης απελπισίας.Ο Χριστός της Σιωπής, είναι ο Χριστός της αγάπης, ο Χριστός της αναμονής, δηλαδή ο Χριστός της ελευθερίας: κανένα δεν εξαναγκάζει, μα αγαπά, σιωπά και περιμένει την μετάνοιά μας. «Η σιωπή είναι ο εσχατολογικός τρόπος με τον οποίον μιλεί και πράττει ο Θεός... Όποιος αγαπά δεν φλυαρεί... μα υποφέρει και υπομένει».

Η Σιωπή του Λόγου! Τα λόγια είναι τα εργαλεία της χρονικότητας. Η κατανόηση της ουσίας των λόγων εισάγει στην αιωνιότητα του υπέρ-λογου, εκεί όπου τα λόγια είναι περιττά. Η «σιωπή είναι η γλώσσα της Βασιλείας του Θεού». «Η σιωπή μυστήριόν εστι του αιώνος του μέλλοντος· οι δε λόγοι όργανόν εστι τούτου του κόσμου» (Ισαάκ ο Σύρος).Η Σιωπή του Λόγου λογοποιεί την παράλογη λογική του πεπτωκότος ανθρώπου. Σιωπηλά ανασκάπτει τις καρδιές, αποκόπτει τα καρκινώματα του άλογου εγωισμού, δένει τα τραύματα, ζωντανεύει την ερειπωμένη πίστη, ετοιμάζει την εξανάσταση.


Μέσα στην σιωπή συντελείται η θεανθρώπινη συνάντηση. «Ιδού, ο Νυμφίος έρχεται εν τω μέσω της νυκτός». Ο άνθρωπος εκεί, στη σιγή της ησυχίας, «των υπερφυών γεύεται αγαθών και υπερκοσμίων απολαύει καλών, και της του Θεού αγάπης καθίσταται χώρημα· και ούτω ερωτοληπτείται και χαίρει και ευθυμεί» (άγιος Κάλλιστος).

«Ο φίλος της σιωπής προσεγίζει τον Θεό και συνομιλώντας μυστικά μαζί Του, φωτίζεται απ' Αυτόν» (άγιος Ιωάννης Κλίμακος).
Όσοι αυτή την ύστατη ώρα τη Μεγάλης Εβδομάδος, κατορθώσουμε ατενίζοντες τον Ιησού ν' αφουγκραστούμε ταπεινά τη πολύφθογγη Σιωπή Του, αποφασίσουμε «εν μετανοία» να εναποθέσουμε στα χέρια Του την ζωή μας και μπούμε στη σιωπή του «όλβιου» τάφου, θα λάβουμε σαν δώρο την έξοδο από την πολυδαίδαλη σύγχυση, θα ζήσουμε άλλη μία φορά δια του θανάτου Του την «εκ νεκρών Ανάσταση».[


http://www.sophia-ntrekou.gr/ - Αέναη Επανάσταση




Παρασκευή, 7 Απριλίου 2017

Κυπριακό τραγούδι του Λαζάρου


                                                    


Το τραγούδι του Λαζάρου

(Παραδοσιακό Κυπριακό)
Έαρ ημίν επέφανεν, τοις πάσι το μηνύον
την του Λαζάρου έγερσιν, ξένον, φρικτόν σημείον.
Άνθη και ρόδα εύοσμα, κατάνυξις ψυχής τε,
και λέγω σας, ακροαταί, εις την χαράν να είσθε.
Ακούσατε την έγερσιν του τεταρταίου φίλου
και την χαράν, ην έλαβον αι αδελφαί εκείνου,
δια να καταλάβετε τι είναι θεία Αγάπη
και πώς ψυχή λυτρώννεται από πικρόν τον Άδην,
ως και αυτός ο Λάζαρος, όστις είχεν αγάπην
με τον Δεσπότην τον Χριστόν, πολλήν, καθαρωτάτην.
Αρχίζω την διήγησιν κι όλοι ακροασθείτε
με πόθον και με προσοχήν,για να ωφεληθήτε.
Ο Λάζαρος κατήγετο από την Βηθανίαν
και τον Χριστόν εδέχετο με περισσήν φιλίαν.
Είχεν και δύο αδελφάς, την Μάρθαν και Μαρίαν,
είχον αγάπην περισσήν και καθαράν καρδίαν.
Αυτός λοιπόν ησθένησεν ασθένειαν μεγάλην
και πυρετός τον έβαλεν, κι είχεν μεγάλην ζάλην.
Μα ο Χριστός ευρίσκετο εις μίαν άλλην πόλιν
με όχλον πολυάριθμον ομού και αποστόλοι.
Τοις μαθηταίς του έλεγεν με την βραχυλογίαν,
«σηκούτε να υπάγωμεν πάλιν στην Βηθανίαν,
ο Λάζαρος κεκοίμηται και θέλω να κινήσω,
δια να πάγω προς αυτόν και να τον εξυπνήσω.»
Οι μαθηταίς δεν εννοούν το τί ’θελεν να είπη,
ο Λάζαρος απέθανεν, κι είναι μεγάλη λύπη,
ημέρες είναι τέσσερεις, που είναι πεθαμμένος
και εις τον τάφον βρίσκεται κ’ είναι λαζαρωμένος.
Τότε λοιπὸν ξεκίνησαν να παν στην Βηθανίαν
οι αποστόλοι κι ο Χριστός και όλ’ η συνοδεία.
Η Μάρθα τους προϋπαντά με θρήνους και με γόους
και προσκυνούσα τον Χριστόν, λέγει αυτούς τους λόγους:
«Άν ήσο ώδε, Κύριε, o Λάζαρος, ο φίλος
ποτέ δεν θα απέθνησκεν το βέβαιον εκείνος.»
Κι ο Ιησούς μας ο Χριστός τότε συνεκινήθην:
«Μάρθα, Μαρία, μην κλαίτε, μόνον έχετε πίστιν
ο γαρ πιστεύων εις εμέ, καν αποθάνη, ζήσει.»
Λεγ’ η Μαρία, «Κύριε, ξεύρω, όσ’ αν αιτήσης,
Σου τα χαρίζει ο Θεός, αν θέλης και ορίσης».
Της λέγει «που τεθήκατε τον Λάζαρον τον φίλον,
υπάγετε ουν έμπροσθεν και δείξατέ μοι εκείνον».
Και παρευθύς επρόσταξεν τούτον να ποιήσουν,
τον λίθον εκ του μνήματος να τον αποκυλίσουν.
Επάνωθεν του μνήματος εστάθην και δακρύζει.
Κι ως άνθρωπος εδάκρυσεν με ευσπλαχνίαν,
να δείξει την συμπάθειαν και την επιεικείαν,
και ως Θεός εφώναξεν μίαν φωνήν μεγάλην,
«Λάζαρε, δεύρο έξελθε», κι ηκούσθην εις τον Άδην.
Ο Άδης αναστέναξεν, έτρεμεν, εφοβείτον,
ως ήκουσεν του Ιησού την θεϊκήν φωνήν του
τον Λάζαρον απέλυσεν ευθύς και τον αφίνει
και τον βιάζει μάλιστα μήπως εκεί απομείνη.
Εξήλθεν ουν ο Λάζαρος έξω λαζαρωμένος,
κίτρινος, μαύρος και χλωμός και τεταπεινωμένος.
Επρόσταξεν κι ελύσαν του τας χείρας και τας πόδας,
και πήγεν εις τον oίκον του μονάχος...






Τρίτη, 28 Μαρτίου 2017

Μια συγκινητική ιστορία...

 
 
 
"Να βάλω το λαδάκι στα νηστικά παιδιά μου ή στο εικονοστάσι'';

Ήταν παραμονή του Ευαγγελισμού, 24 Μαρτίου του 1942, και ήμασταν στη Δράμα, στην ιδιαιτέρα μου πατρίδα, Ή ξένη κατοχή ήταν Βουλγάρικη. Οι στερήσεις, οι αρρώστιες και ή πείνα είχαν πάρει τρο­μακτικές διαστάσεις και ο Θάνατος θέριζε κάθε μέρα μικρούς και με­γάλους και ιδιαιτέρως τα παιδιά.
Μεταξύ των συγγενών ...
μου είχα και μια μακρινή θεία, χήρα με πέντε παιδιά. Τον άνδρα της τον είχαν σκοτώσει οι κατακτητές πριν από έξι μήνες στις σφαγές της 29 ης Σεπτεμβρίου του 1941. Από τρόφιμα της είχαν απομείνει ένα δάκτυλο ελαιόλαδο και μια “χούφτα” κα­λαμποκάλευρο.
Εκείνο λοιπόν το απόγευμα, σκέφθηκε ότι αύριο, του Ευαγγελισμού, είχε έστω και κάτι λίγο για τροφή στα παιδιά: εκατό δράμια αλευράκι κι ένα δάκτυλο λαδάκι,
Ξαφνικά τα μάτια της έπεσαν πάνω στο σβησμένο κανδήλι, πού ήταν κρεμασμένο μπροστά στο εικονοστάσι. και τότε μπήκε στο δί­λημμα: Το λαδάκι στα νηστικά παιδιά της ή στο εικονοστάσι με την εικόνα του Ευαγγελισμού;
Αποφασιστικά όμως έκαμε τον Σταυρό της και είπε στην Παναγία: “Παναγία μου! ''Εγώ θα Σου ανάψω το καντήλι, γιατί ή μέρα πού ξημε­ρώνει είναι πολύ μεγάλη για την πίστη μας, αλλά και Συ όμως ανάλαβε να μου θρέψης τα παιδιά''.
Πήρε το λιγοστό λαδάκι και μ’ αυτό άναψε το καντήλι της Πανα­γίας. Το ιλαρό του φως φώτισε το φτωχικό σπίτι και ή καρδιά της γέμι­σε από γαλήνη. Αυτό τους συνόδευσε στη βραδινή τους προσευχή και στον ύπνο τους όλο εκείνο το αξέχαστο βράδυ.
Την άλλη μέρα, μετά τη Θεία Λειτουργία, ή θεία μου άνοιξε το ντου­λάπι, για να πάρει το λιγοστό αλεύρι, και έμεινε άφωνη. Τι βλέπει; Το ''λαδερό'' γεμάτο λάδι μέχρι πάνω, και δυο σακούλες γεμάτες αλεύρι και μακαρόνια!…
Σταυροκοπήθηκε ή γυναίκα πολλές φορές, δοξάζοντας και ευχαρι­στώντας τον Θεό και την Παναγία για το μεγάλο θαύμα, αλλά δεν είπε σε κανένα τίποτα. Για δυο χρόνια ούτε το λάδι άδειαζε από το μπουκάλι, ούτε και το αλεύρι ''σώθηκε'' ποτέ, παρά την καθημερινή τους χρήση για έξι στό­ματα, για ανταλλαγή με άλλα τρόφιμα και για κρυφή ελεημοσύνη. Άλλα και το κανδήλι παρέμεινε από τότε μέρα – νύχτα αναμμένο, μαρτυ­ρώντας με το άσβεστο φως του τη ζωντανή πίστη αυτής της ευλο­γημένης γυναίκας...