Ιερός Ναός Αγίων Πάντων Μακεδονίτισσας

Ιερός Ναός Αγίων Πάντων Μακεδονίτισσας
Άγιοι του Θεού πρεσβεύετε υπέρ ημών !

Σάββατο, 3 Ιουνίου 2017

«Τα Οστά Ομιλούν» - Ευγένιος Ιερομόναχος



«Ματαιότης ματαιοτήτων 
τα πάντα ματαιότης» (Εκκλ. 1, 2)

Αν αυτή την στιγμή ξεσκεπάζαμε μία πλάκα ενός ευπρεπέστατου τάφου και βρισκόταν κάποιος να μας μιλήσει, η πρώτη λέξη που θα έβγαζε θα ήταν Ματαιότης. Και θα έλεγε:


«Τα Οστά Ομιλούν» - Ευγένιος Ιερομόναχος

Άνθρωπε στάσου δυο λεπτά και πρόσεξε και μένα
θα σου μιλήσω συμβουλές πού είναι καλές για σένα.

Με βλέπεις κόκκαλο γυμνό, μα δίχως φαντασία
και λες δεν ήμουν τίποτα δεν δίνεις σημασία.

Μα κάποτε στα χρόνια μου είχα κι εγώ το κάλλος
και βάδιζα περήφανος σαν φουσκωμένος γάλος.

Κι είχα κι εγώ τη δόξα μου, σοφία τού Σωκράτη,
του Ηρακλή τη δύναμη, φήμη πολύ στα Κράτη.

Είχα μαλλιά μεταξωτά και μάγουλα σαν μήλο
και φρύδια πού δεν βρίσκονταν σαν τής ελιάς το φύλλο.

Είχα καρδιά τού λέοντος και μπράτσα σιδερένια,
ακούραστα τα πόδια μου και στήθη μαρμαρένια.

Είχα τη γλώσσα τ' αηδονιού, μάτια μεγάλα μαύρα
και μερικοί μού λέγανε όλα μαζί πού ταύρα.

Γι' αυτό χαιρόμουνα πολύ πώς ήμουν γης ο φάρος
και με το νου λογάριαζα πώς δεν υπάρχει χάρος.

Μα πότε δεν κατάλαβα περάσανε τα χρόνια
και φύγανε τα νιάτα μου σαν τού σπιτιού τα χιόνια.

Το γλέντι κι όλες οι χαρές περνάνε στον αέρα
κι όλη η ζωή μου φάνηκε σά νάτανε μια μέρα.

Σὰν ἔνοιωσα γεράματα θυμᾶμαι τὰ παλιά μου,
μοῦ φάνηκε παράξενο π᾿ ἄσπρισαν τὰ μαλλιά μου.

Τὸ φῶς ἀπὸ τὰ μάτια μου μικραίνει, λιγοστεύει
κι ὁ νοῦς μου πὼς ἐγήρασα ἀκόμη δὲν πιστεύει.

Τα πόδια μου αδυνάτισαν, τα χέρια δεν κινούνται
τα δόντια μου χαλάσανε κι αυτά παραπονούνται.

Κατάλαβα τον θάνατο, σε λίγο τελειώνω
και τότε βάζω μια φωνή με κλάματα και πόνο.

Ποιος μάγος φέρνει τη ζωή και ποιό γιατρό να πάρω
και ποιος μπορεί και δύναται πού να νικά το χάρο;

Θὰ τοῦ χαρίσω κτήματα καὶ λίρες ὅσες θέλει
ἀρκεῖ τοῦ χάρου τὸ σπαθὶ νὰ σπάσῃ καὶ τὰ βέλη.

Κανεὶς δὲν μ᾿ ἀποκρίθηκε κανεὶς δὲν μοὖπε ξέρει
νὰ μοῦ γλυτώσῃ τὴ ζωὴ καὶ νειᾶτα νὰ μοῦ φέρη.

Λοιπὸν μιὰ μέρα τ᾿ Ἀπριλιοῦ χωρὶς νὰ περιμένω
κάποιος χτυπᾶ τὴν πόρτα μου μὲ τρόπο ἀγριεμένο.

Ἦταν ψηλὸς κατάμαυρος. Φωνάζω. Τί νὰ κάνω;
Καὶ μὲ φωνὴ ποὺ τρόμαζε, μοῦ λέει σήκ᾿ ἀπάνω.

Μοῦ ξέσχισε τὰ σπλάχνα μου καὶ πῆρε τὴν ψυχή μου
κι ἀμέσως πᾶν τὰ πλούτη μου μαζὶ μὲ τὴν στολήν μου.

Καὶ τώρα τὰ χωράφια ποῦ πᾶν καὶ τὰ παλάτια;
Τὰ ρόδινα τὰ μάγουλα, ἡ γλῶσσα καὶ τὰ μάτια;

Σκουλήκια φάγαν τὸ κορμί, τὴν ὀμορφιά, τὸ σῶμα,
ἀφοῦ μὲ λάσπη γίναμε, γενῆκαν πάλιν χῶμα.

Οἱ φίλοι καὶ οἱ συγγενεῖς δὲν θέλω νὰ μὲ κλαῖνε,
θέλω κερὶ μνημόσυνο «Συγχώρησε» νὰ λένε.

Ὅπως μὲ βλέπεις ἄνθρωπε καὶ σὺ θὰ καταντήσης,
γι᾿ αὐτὸ στὴν πρόσκαιρη ζωὴ μὴ λὲς νὰ καζαντήσῃς.

Ὅταν γηράσω νὰ μὴ λὲς θὰ κάνω καλωσύνες,
τότε θὰ πάω στὴν Ἐκκλησιὰ πολλὲς ἐλεημοσύνες.

Ὁ χάρος εἶναι λαίμαργος, δὲν ἔχει προθεσμία,
δὲν ἔχει φίλους γιὰ χαρές, ἐξαίρεση καμία.

Παίρνει τὶς μάνες τῶν παιδιῶν, λεβέντες ποὺ γλεντᾶνε
ἀπὸ τὴν κούνια τὰ μωρά, κοπέλλες ποὺ πετᾶνε.

Νὰ σκέπτεσαι τὸν θάνατο ἑπτὰ φορὲς τὴν ὥρα,
ὑπῆρχαν κι ἄλλοι στὴ ζωὴ μὰ δὲν ὑπάρχουν τώρα.

Σὲ κάθε βῆμα πρόσεξε τοῦ Σατανᾶ τὸ βρόχι
μὴν ἀδικήσῃς ὀρφανούς, γυναῖκες χῆρες ὄχι.

Πιστὰ τοὺς νόμους φύλαγε χωρὶς καμμιὰ προσθήκη
τὰς ἐντολὰς τοῦ Μωϋσῆ, τὴ Νέα Διαθήκη.

Νὰ μὴν δουλεύῃς Κυριακὴ καὶ ἑορτὲς Ἁγίων
νἄχῃς ἀμόλυντη ψυχὴ καὶ καθαρὸν τὸν βίον.

Νὰ μὴν κυττάζῃς πονηρά, μὴ βλασφημᾶς τὰ θεῖα,
νὰ δίδῃς περιφρόνηση τοῦ σατανᾶ τὴν βία.

Τής μέρας τ' αμαρτήματα και πριν ο Ήλιος δύσει
με κάθε τρόπο τού Θεού νὰ τἄχῃς ὅλα σβήσει.

Ελεημοσύνη, προσευχή, αγάπη και νηστεία
αυτὰ θα σώσουν την ψυχή, μη λες πώς είν' αστεία.

Αγάπα τον πλησίον σου, κακό ποτέ μη κάνῃς
γιατί αργά ή γρήγορα θα σβήσῃς θὰ πεθάνῃς.

Καὶ τώρα αναγνῶστα μου τί σκέπτεσαι νὰ κάνῃς;
τὰ λόγια ποὺ σοῦ μίλησα στὸ νοῦ σου νὰ τὰ βάνῃς·
γιατὶ αὐτοῦ ποὺ εἶσαι ἤμουνα κι ἐδῶ ποὺ εἶμαι θἄρθῃς.[2]


«Άκουσε τι λέγει ο Σολομώντας, που γνώρισε τα παρόντα πράγματα· «έχτισα», λέγει, «για τον εαυτό μου σπίτια, φύτεψα κήπους και παραδείσους, αμπελώνες και πισίνες με νερά, απέκτησα χρυσό και άργυρο, όρισα να μου τραγουδούν τραγουδιστές και τραγουδίστριες, απέκτησα πρόβατα και βόδια» (Εκκλ. 2, 4-8). Πραγματικά κανένας δεν έκαμε τόσο τρυφηλή ζωή, κανένας δεν υπήρξε τόσο ένδοξος, κανένας τόσο σοφός, κανένας τόσο άρχοντας, κανένας δεν είδε τα πράγματα να συμβαίνουν τόσο πολύ όπως τα ήθελε αυτός. Τι λοιπόν; Τίποτε από αυτά δεν ωφελήθηκε· αλλά τι λέγει μετά από όλα αυτά;
«Ματαιότης ματαιοτήτων τα πάντα ματαιότης» (Εκκλ. 1, 2).[3]


πηγή : http://www.sophia-ntrekou.gr/2017/02/psyhosavvato.html


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου