Ιερός Ναός Αγίων Πάντων Μακεδονίτισσας

Ιερός Ναός Αγίων Πάντων Μακεδονίτισσας
Άγιοι του Θεού πρεσβεύετε υπέρ ημών !

Πέμπτη, 27 Ιουλίου 2017

Τραγούδι του Αγίου Παντελεήμονα



Του τρίτου και του τέταρτου αιώνα η ιστορία
για τον Παντελεήμονα που στη Μικρά Ασία 
γεννήθηκε ως Παντολέων, κι αγίασε, μιλάει.
Χρόνος στη Νικομήδεια αρχίζει να κυλάει...
Η μάνα του σαν χριστιανή πάντα σταυρό φιλούσε
με ειδωλολάτρη σύζυγο. Ο γιος ακολουθούσε
στα πρώτα του τα βήματα την πίστη του πατέρα
Η μάνα δεν τον πίεζε, του άφηνε αέρα
κι ελευθερία περισσή. Έτσι σαν μεγαλώνει
και γίνεται τρανός γιατρός, κάποτε ανταμώνει
τον άγιο Ερμόλαο που 'ταν παπάς, και φέρνει
κοντά στη Χάρη του Χριστού τον νέο. Καταφέρνει
να νιώσει ο νέος κάτι τις, κι ας έχει δυσκολίες
Μια μέρα κει που περπατά όλος αμφιβολίες,
βρίσκει στο δρόμο του νεκρό που 'ταν φαρμακωμένος
από 'να δάγκωμα οχιάς. "Θεέ, ο πεθαμένος"
αν  είσαι ο αληθινός Θεός, στο όνομά Σου,
κάνε αυτός να σηκωθεί κι αν είναι θέλημά Σου,
Κύριε Ιησού Χριστέ, να ζήσει σαν και πρώτα"
Εκείνος ανασταίνεται κι ο νιος αλλάζει ρότα
Βαφτίζεται, και σαν γιατρός ανάργυρα γιατρεύει.
Με πίστη και ιατρική όλους τους θεραπεύει
Όταν θεράπευσε τυφλό και του 'δώσε το φως του
μετά από προσευχή θερμή, τότε και ο δικός του
πατέρας, πίστεψε μεμιάς, τα είδωλα αλλάζει 
Ο βασιλέας το έμάθε το θαύμα και φωνάζει
να έρθει πρώτα ο τυφλός να πει την πάσα αλήθεια
"Ποιος σου 'δώσε πίσω το φως; Δε θέλω παραμύθια",
φωνάζει ο Γαλέριος και μόλις συλλαβίσει 
"Παντελεήμων" ο τυφλός, θα τον απαγχονίσει
Τότε ο Μαξιμιανός φωνάζει να του φέρουν
αμέσως τον υπαίτιο, ώστε να καταφέρουν
ν' αλλάξουνε την πίστη του με υποσχέσεις σμήνος
Με παρρησία άφταστη ομολογεί εκείνος
πως αγαπάει τον Χριστό και πως δεν τον αλλάζει
ό,τι κι αν του χαρίσουνε. Ο βασιλιάς προστάζει
τον άγιο τότε σε τροχούς να δέσουν για να βλάψουν
το όμορφο το σώμα του, λαμπάδες να ανάψουν
και να το καιν. Στη  φυλακή ύστερα να το ρίξουν 
και τέλος  μες στη θάλασσα να πάνε να τον πνίξουν
Μα όλα τα υπέμεινε ο άγιος τα πάθη
Οργίστηκε ο βασιλιάς και ρώτησε να μάθει 
ποιος χριστιανό το έκανε τούτο το παλικάρι
Του φέρνουν τον Ερμόλαο, και τότε απ' το θηκάρι
του δήμιου βγαίνει σπαθί, του παίρνει το κεφάλι
Αμέτρητοι που βλέπουνε πιστεύουνε και άλλοι
που ακούνε και μαθαίνουνε, πιστεύουνε κι εκείνοι
Φοβούμενος ο βασιλιάς μήπως δεν απομείνει 
ειδωλάτρης γύρω του, πράγμα που τον αγχώνει,
διατάζει αποκεφαλισμό του Αγίου να τελειώνει
Ο άγιος πηγαίνοντας στο δρόμο προσευχόταν
Να σπλαχνιστεί ο Κύριος τους δήμιους ευχόταν
Στου μαρτυρίου φτάνοντας τον τόπο ευτυχούσε
που σύντομα τον Κύριο πλέον θα συναντούσε
Την κεφαλή του έκλινε. Το ξίφος ακονίζει
και τον χτυπά ο δήμιος, μα κείνο πώς λυγίζει
ωσάν κερί που έλιωσε απ' την πολλή τη ζέστη
Πέφτουν όλοι στα πόδια του. "Το σώμα σου υπέστη
τόσα βασανιστήρια. Πώς θα μας συγχωρήσεις;"
ρωτούν και κλαίνε γοερά "τώρα μη μας αφήσεις"
"Μη μου στερείτε τη χαρά, Θεό να απαντήσω"
τους λέει ο άγιος τρυφερά "κι ένα θα σας ζητήσω:
Το κεφαλάκι πάρτε μου και δε θα σας ξεχάσω.
Πάντοτε θα προσεύχομαι για σας, δε θα σας χάσω"
Του απέκοψαν την κεφαλή κι είδαν γάλα να ρέει
Ανοίγουνε οι ουρανοί και μια φωνή απορρέει
απ' τα γαλάζια νέφη τους: "Τώρα από Παντολέων
Παντελεήμων έγινες" κι αμνός αντί για λέων
αφήνει την ψυχούλα του, ο άγιος, στο χέρι
Αυτού που τόσο πόθησε, σαν λαμπερό αστέρι
Μα δεν μας ξέχασε ποτέ κι είναι πάντα κοντά μας
Προστρέχει στις αρρώστιες μας μα και στα βάσανά μας
Παρών και στο Βυζάντιο και στην Τουρκοκρατία
Μα και στις μέρες μας παρών. Ιδού μια ιστορία:
Ο άγιος Νικόλαος Πλανάς τον αγαπούσε
και στον ναό του, έναν καιρό, τ'  Αγίου λειτουργούσε
Μα κάποτε τον διώξανε κι ήτανε λυπημένος
Πεπράταγε και έκλαιγε πολύ βαλαντωμένος
Βλέπει έναν νεό όμορφο που τον ρωτά τι κλαίει
"Με διώξανε από το ναό", εκείνος τότε λέει
"Εγώ μαζί σου βρίσκομαι και δε θα σε αφήσω",
του απαντά ο νεαρός, "ό,τι 'ναι άστο πίσω"
"Και ποιος είσαι του λόγου σου, παιδί μου", τον ρωτάει,
παπα Νικόλας ο Πλανάς, κι ο άγιος απαντάει
"Ο άγιος είμαι π' αγαπάς εγώ, Παντελεήμων"
Έκτοτε πήγαινε ο παπάς που 'τανε ελεήμων
στο Νέο Κόσμο κι έκανε μία φορά το χρόνο
εκεί που τον εδιώξανε, μια αγρυπνία μόνο
Μα μια φορά αρρώστησε, με κόπο λειτουργούσε
ώσπου πια δεν κρατήθηκε, στην Τράπεζα ακουμπούσε
για να μην πέσει καταγής. Τότε ήρθε ο άγιος
ξανά, για δεύτερη φορά, και του 'δώσε στο άλγος
να πιει δικό του φάρμακο που αμέσως μόλις ήπιε
η αρρώστια του γιατρεύτηκε. "Ποιος είσαι;" πάλι είπε
"Είμαι αυτός που γιατρικό δίνει στας νόσους όλας,
Πανελεήμων ο γιατρός". Και ο παπα Νικόλας
στην Πύλη βγαίνει ένδακρυς, λέει στο πλήρωμά του
πως του 'δώσε ο άγιος ένα απ' τα γιατρικά του
και πως τον έκανε καλά. Όλοι συγκινημένοι
έκλαψαν και ευχήθηκαν σ' αυτούς κοντά να μένει.



Βασισμένο στο συναξάρι του Αγίου από το βιβλίο "Φθινοπωρινό συναξάρι" τόμος Β΄ του αρχιμανδρίτη Ανανία Κουστένη
Εκδ. Ακτή, Λευκωσία, 2009 






Κυριακή, 16 Ιουλίου 2017

Η Αγία Μαρίνα η Μεγαλομάρτυς




Η Αγία Μαρίνα η Μεγαλομάρτυς ,μια 15χρονη κοπέλα που νίκησε το διάβολο !

Ο βίος της

Η καλλιπάρθενος αγία Μαρίνα θεωρείται προστάτης των παιδιών και μάλιστα ειδική για τη θεραπεία όσων απ’ αυτά είναι άρρωστα και καχεκτικά ή έχουν ειδικές ανάγκες.
Γέννηση και ανατροφή
Η παρθενομάρτυς Μαρίνα γεννήθηκε στη πόλη Αντιόχεια της Πισιδίας, γύρω στο έτος 270, όταν αυτοκράτορας ήταν ο Διοκλητιανός ή ο Κλαύδιος Καίσαρας. Οι γονείς της άνηκαν στην ανώτερη τάξη της περιοχής της Πισιδίας, ο πατέρας ήταν διακεκριμένος και σεβαστός από τους εθνικούς ιερέας των ειδώλων, λεγόταν δε Αιδέσιος.
Αμέσως μετά τη γέννηση της Μαρίνας, έφυγε από την παρούσα ζωή η μητέρα της. Έτσι ο πατέρας αναγκάστηκε να αναθέσει την ανατροφή της θυγατέρας του σε μία άλλη γυναίκα, η οποία την ανέλαβε για να την θηλάσει (ας μην ξεχνάμε ότι τότε δεν υπήρχαν βρεφικά γάλατα και εάν μια νέα μητέρα έφευγε από τη ζωή, το θηλασμό του βρέφους αναλάμβανε μια άλλη μητέρα).
Ασπάζεται την χριστιανική πίστη
Η γυναίκα στην οποία ο Αιδέσιος είχε εμπιστευτεί την ανατροφή της κόρης του ήταν χριστιανή. Έτσι και η μικρή Μαρίνα γαλουχήθηκε νωρίς στη νέα πίστη του Χριστού. Και σε ηλικία 12 ετών έλαβε το Βάπτισμα. Με αμείωτο ενδιαφέρον ποθούσε να μάθει καθετί πού είχε σχέση με τον Ιησού Χριστό.
O πατέρας της Αιδέσιος όταν πληροφορήθηκε ότι ήταν χριστιανή, τυφλωμένος από το φανατισμό της ειδωλολατρικής θρησκείας του, μίσησε το ίδιο το σπλάχνο του και αποκλήρωσε τη μοναχοκόρη του.
Το άνομο σχέδιο του επάρχου
Η Μαρίνα είχε γίνει πλέον 15 ετών. Ο Θεός δεν την είχε προικίσει μόνο με πλούσια ψυχικά χαρίσματα, αλλά και με σωματικό κάλλος εντυπωσιακό. Ο έπαρχος όμως Ολύβριος θέλησε και προσπάθησε να την πάρει για γυναίκα του επειδή ένιωσε μέσα του έρωτα γι’ αυτήν. Χωρίς καθυστέρηση λοιπόν της ανακοίνωσε ότι αποφάσισε να αναλάβει την προστασία της και σύντομα να την κάνει γυναίκα του.
Η νεαρή χριστιανή παρέμεινε σιωπηλή, ενώ μέσα της προσευχόταν θερμά, ζητώντας από τον Θεό να τη στηρίξει και να τη φωτίσει ώστε να φερθεί καθώς αρμόζει στις αφιερωμένες σ’ Εκείνον ψυχές.
την επιμονή του Ολυβρίου να λάβει απάντηση στην πρότασή του, εκείνη απάντησε πώς είναι αδύνατο να την αποδεχτεί. Η έκπληξη του επάρχου ήταν μεγάλη. Στην ερώτησή του γιατί ήταν αδύνατο, έλαβε τη σεμνή αλλά γεμάτη αποφασιστικότητα και παρρησία απάντηση: Διότι είμαι χριστιανή! Και μόνο το άκουσμα της λέξης «χριστιανή» ήταν αρκετό να κάνει τον έπαρχο εκτός εαυτού.
Αρχίζουν τα μαρτύρια της Αγίας
Για ένα μικρό διάστημα ο έπαρχος προσπάθησε, να πείσει τη νέα τούτη χριστιανή να αλλάξει γνώμη και να δεχθεί τον γάμο, τάζοντάς της τιμές, καλοπέραση και δόξα πλάι του. Εκείνη όμως, ενισχυόμενη από τον Κύριο, στον όποιο δεν έπαυσε να προσεύχεται μυστικά, επέμενε στην ομολογία της πίστεως στον Ιησού Χριστό.
Τότε την έστησε μπροστά σε δικαστήριο, το οποίο ζήτησε επίσημα κατά το ρωμαϊκό δίκαιο να μάθει αν όντως ήταν χριστιανή. Η Μαρίνα ομολόγησε και εδώ με γενναιότητα και παρρησία τη χριστιανική της ιδιότητα, γεγονός πού κατέπληξε τους παρισταμένους, οι οποίοι έβλεπαν τόσο ηρωισμό και θάρρος σε μια νεαρή γυναίκα!
Εξαιτίας της ομολογίας της καταδικάστηκε στην ποινή της μαστίγωσης. Η καρτερικότητά της όμως και η αντοχή ήταν τέτοιες πού άφησε κατάπληκτους έπαρχο, αξιωματούχους και λαό. Έχοντας υψωμένο το βλέμμα της στον ουρανό, δεν έπαυσε να προσεύχεται, να επικαλείται τη βοήθεια του Κυρίου και τη στήριξή του για να υπομείνει με ανδρεία τις μαστιγώσεις.
Ο έπαρχος έδωσε εντολή να σταματήσουν οι στρατιώτες τη μαστίγωση και να την οδηγήσουν στη φυλακή, ελπίζοντας ενδόμυχα ότι ίσως μετά απ’ αυτό να συνετισθεί η Μαρίνα και ν’ αλλάξει στάση.
Ύστερα από λίγες ημέρες με εντολή του επάρχου οδηγήθηκε εκ νέου στο δικαστήριο, όπου και πάλι ομολόγησε πίστη στο Χριστό και αρνήθηκε να θυσιάσει στα είδωλα. Αφού την κρέμασαν, καταξέσχισαν α πλευρά της με σιδερένια νύχια. Τα βασανιστήρια ήταν τόσο σκληρά, πού όλο το κάλλος του νεανικού της σώματος εξαφανίστηκε. Στη συνέχεια ρίχνεται και πάλι στη φυλακή και αφήνεται χωρίς τροφή και φροντίδα.
Πειράζεται από το μισόκαλο διάβολο
Ο φθονερός διάβολος θέλησε να δοκιμάσει να κάμψει ο ίδιος την Αγία. Έτσι λοιπόν πήρε ο ίδιος τη μορφή μεγάλου και φοβερού δράκοντος (φιδιού) και πρόβαλε ξαφνικά μπροστά στη Μαρίνα.
Από το στόμα του πετούσε φλόγες, ενώ τα αγριωπά μάτια του λαμπύριζαν απειλητικά και η γλώσσα του ήταν κατακόκκινη. Καθώς σερνόταν, σύρριξε εκνευριστικά και προκαλούσε τρόμο και σύγχυση, επιδιώκοντας να φοβίσει τη μάρτυρα και να την αποσπάσει από την προσευχή της.
Διαπιστώνοντας όμως ότι εκείνη η μακάρια καλλιπάρθενος δεν διέκοπτε την προσευχή της, κατευθύνθηκε εναντίον της και άνοιξε το στόμα του απειλητικά, δείχνοντας ότι θέλει να την καταπιεί. Και ναι μεν η μεγαλομάρτυς αρχικά έγινε έντρομη από το φόβο της, χωρίς καθυστέρηση όμως επικαλέστηκε το σωτήριο όνομα του Σωτήρος Χριστού. Και, ώ του θαύματος, ο δράκοντας διερράγη και έγινε άφαντος, η δε Μαρίνα χαίροντας έψαλε ύμνους και νικητήρια στον Θεό.
Ο διάβολος μετασχηματίσθηκε σε άνθρωπο κατάμαυρο, με τρομερή και κακάσχημη εμφάνιση, σαν μαύρου σκυλιού. Η Μαρίνα όμως, στερεωμένη όσο ποτέ στην πίστη, τον άρπαξε από τα μαλλιά και μ’ ένα σφυρί πού ήταν κάπου εκεί ξεχασμένο, τον χτύπησε δυνατά στο κεφάλι και στη ράχη και τον ταπείνωσε εντελώς. Και ενώ η μεγαλομάρτυς άρχισε και πάλι να προσεύχεται και να υμνεί τον Κύριο, ο διάβολος, σκοτεινός και άσχημος όρμησε εναντίον της και κραυγάζοντας την απειλούσε ότι θα τη σκοτώσει αν δεν σταματούσε να προσεύχεται.
Και η αγία Μαρίνα, παίρνοντας από την προσευχή της νέο θάρρος κατά του μετασχηματισμένου σε άνθρωπο διαβόλου, τον άρπαξε από τα μαλλιά της κεφαλής του και τον μαστίγωσε.
Βλέπει ουράνιες οπτασίες
Μετά από αυτό δυνατό φως καταύγασε το σκοτεινό χώρο της φυλακής της, πού έβγαινε από ένα Σταυρό, του οποίου η κορυφή υψωνόταν στον ουρανό. Πάνω από το Σταυρό πετούσε κυκλικά ένα περιστέρι . Ο συναξαριστής της αγίας Μαρίνας δίνει και την εξήγηση των συμβολισμών του οράματος: Όλα αυτά σήμαιναν το μυστήριο της Αγίας Τριάδος, το φώς, τη δόξα του Πατέρα. Ο Σταυρός, τον εσταυρωμένο Χριστό. Και το περιστέρι, το Άγιο Πνεύμα.
Το περιστέρι κατέβηκε κάποια στιγμή, πλησίασε την καλλιπάρθενο Μαρίνα και της είπε: «Χαίρε, Μαρίνα, η λογική περιστερά του Θεού, διότι νίκησες τον πονηρό δαίμονα και ντρόπιασες τον εχθρό.
Χαίρε πιστή και αγαθή δούλη του Κυρίου σου, τον οποίο πόθησες με όλη την καρδιά σου και μίσησες κάθε πρόσκαιρη απόλαυση. Χαίρε και αγάλλου, γιατί έφτασε η μέρα να λάβεις το στεφάνι της νίκης και να μπεις, όπως το αξίζεις, στολισμένη, μαζί με τις φρόνιμες παρθένες στο νυμφώνα του Χριστού και βασιλιά σου».
Ενώ η αγία Μαρίνα άκουγε τα λόγια αυτά συντελέστηκε στο σώμα της άλλο θαύμα: Όλες οι πληγές του επουλώθηκαν και η νεαρή μάρτυς απέκτησε και πάλι το κάλλος το όποιο θαύμαζαν όλοι.
Σκληρότερα μαρτύρια και το μακάριο τέλος
Ο έπαρχος Ολύβριος βλέποντας την υγιής προσπάθησε με κολακείες να την μεταπείσει όμως μάταια. Το μένος του επάρχου έφτασε στο αποκορύφωμά του. Γεμάτος λοιπόν θυμό δίνει εντολή να γυμνώσουν τη μάρτυρα, να την κρεμάσουν στο ξύλο και να καίνε με λαμπάδες το σώμα της.
Στη συνέχεια, γέμισαν ένα μεγάλο λέβητα με νερό, κατέβασαν την καλλιπάρθενο μεγαλομάρτυρα από το ξύλο, την έδεσαν γερά και τη βούτηξαν με το κεφάλι προς τα κάτω μέσα στο νερό για να πεθάνει από πνιγμό. Η μάρτυς και πάλι προσευχήθηκε θερμά στον Κύριο και Θεό της, οπότε «παρευθύς σεισμός μέγας ἐγένετο καί ἐφάνη πάλιν ἡ πρώτη περιστερά ἐπάνω του ὕδατος, βαστάζουσα εἰς τό στόμα στέφανον. Αὐτήν τήν ὥρα ἐφάνη καί ὁ πύρινος στύλος, ἐπάνω δέ τούτου Σταυρός». Η μάρτυς βγήκε από το νερό σώα, τα δεσμά της είχαν λυθεί και στεκόταν και πάλι σε στάση προσευχής, δοξάζουσα τον Θεό. Το δε περιστέρι κάθισε πάνω στο κεφάλι της, κρατώντας στο στόμα του το στεφάνι και είπε προς τη Μαρίνα: «Εἰρήνη σέ σένα, δούλη τοῦ Θεοῦ. Ἔχε θάρρος καί λάβε ἀπό τή δεξιά τοῦ Ὑψίστου αὐτό τό οὐράνιο στεφάνι».
Λέγοντας αυτά η θεϊκή περιστερά, πέταξε και κάθισε πάνω σ’ εκείνο το Σταυρό και απευθυνόμενη προς τη μεγαλομάρτυρα είπε δυνατά, έτσι πού ν’ ακούνε όλοι: «Έλα, Μαρίνα, στις άνω μονές του Παραδείσου, για ν’ απολαύσεις το στεφάνι της αφθαρσίας στα αγαπητά σκηνώματα του Κυρίου, να χαίρεσαι μαζί με τους αγίους και να αναπαύεσαι αιώνια».
Η φωνή αυτή πού ακούστηκε από πολλούς, συγκλόνισε άντρες και γυναίκες, αρκετοί δε απ’ αυτούς ομολόγησαν πώς ήταν έτοιμοι να πιστέψουν και να δώσουν ακόμα και τη ζωή τους για το Χριστό.
Ο έπαρχος πρόσταξε να θανατώσουν όσους είχαν πριν λίγο ομολογήσει πίστη στο Χριστό.
Ο Ολύβριος, για να προλάβει μεγαλύτερο κακό για τους ειδωλολάτρες, διέλυσε το δικαστήριο και προσποιήθηκε ότι δίνει εντολή να μεταφέρουν την αγία Μαρίνα και πάλι στη φυλακή. Στην ουσία όμως, έδωσε μυστικά προσταγή στον επικεφαλής της φρουράς να πάρουν την καλλιπάρθενο μεγαλομάρτυρα και να την αποκεφαλίσουν στον τόπο της καταδίκης. Εκεί η αγία, αφού προσευχήθηκε για τελευταία φορά πάνω στη γη, έσκυψε και το ξίφος του δημίου «ἐκκόψαν τήν κεφαλήν της, περιέβαλεν αὐτήν μέ τόν ἀδαμάντινον στέφανον τοῦ μαρτυρίου».


Τα ιερά λείψανά της


Μετά τον διά του ξίφους θάνατο της οι χριστιανοί παρέλαβαν κρυφά το τίμιο λείψανο και το ενταφίασαν με τιμές πού αρμόζουν στους μάρτυρες της πίστεως.
Άγνωστο πότε ακριβώς μετακομίστηκαν στην Κωνσταντινούπολη, εφόσον είναι αληθινή η πληροφορία ότι το έτος 1230 σταυροφόροι της Δύσεως μετέφεραν τα λείψανα αυτά από την πρωτεύουσα του Βυζαντίου στη Βενετία, γεγονός πού οι Ρωμαιοκαθολικοί γιορτάζουν στις 17 Ιουλίου (ημέρα μνήμης της μεγαλομάρτυρος και για μας τους Ορθοδόξους).
Η καλλιπάρθενος Αγία Μαρίνα θεωρείται προστάτης των παιδιών και μάλιστα ειδική για τη θεραπεία όσων απ’ αυτά είναι άρρωστα και καχεκτικά ή έχουν ειδικές ανάγκες.


Ἀπολυτίκιον


Ἦχος πλ. α΄. Τόν συνάναρχον Λόγον. Γερασίμου.
Μνηστευθεῖσα τῷ Λόγω Μαρίνα ἔνδοξε, τῶν ἐπίγειων τήν σχέσιν πάσαν κατέλιπες, καί ἐνήθλησας λαμπρῶς ὡς καλλιπάρθενος,τόν γάρ ἀόρατον ἐχθρόν, κατεπάτησας στερρῶς, ὀφθέντα σοί Ἀθληφόρε.Καί νῦν πηγάζεις τῷ κόσμω, τῶν ἰαμάτων χαρίσματα.